Λέξεις

Α | Β | Γ | Δ | Ε | Ζ | Η | Θ | Ι | Κ | Λ | Μ
Ν | Ξ | Ο | Π | Ρ | Σ | Τ | Υ | Φ | Χ | Ψ | Ω

Α
αιδώς : σεβασμός και ευλάβεια προς τους θεούς και τους ανωτέρους, αλλά και ντροπή, συστολή ενώπιών τους· η εν-τροπή, ως ενσυνείδητη αποφυγή των εκ-τροπών. Είναι αντίθετο της λέξης ασχος, δηλ. της ατιμίας, κακοήθειας, της δυσμορφίας σωματικής ή πνευματικής. Από τη λέξη αδώς προήλθε το επίθετο αδος, που σημαίνει σεβαστός και το αδον, τα γυναικεία γεννητικά όργανα. (θ324): " θηλύτεραι δὲ θεαὶ μένον αἰδοῖ οἴκοι ἑκάστη. ".

Β
βουλή : σκέψη, γνώμη, συμβουλή, θέλημα, απόφαση. Προέρχεται από το ρήμα βούλομαι, του οποίου η αρχαία σημασία είναι επιθυμώ, προτιμώ, θέλω. Από αυτό προέρχονται πολλές νεοελληνικές λέξεις, όπως βούλευμα, βουλευτής, βούληση, αλλά και σύνθετες όπως επιβουλή, συμβουλή, συμβούλιο, διαβούλευση, κοινοβούλιο κα. (κ46): " ὣς ἔφασαν, βουλὴ δὲ κακὴ νίκησεν ἑταίρων· ".

Γ
γέρας : βραβείο, έπαθλο, προνόμιο ή δικαίωμα που παρέχεται σε βασιλείς ή ευγενείς, (για νεκρούς) η επιθανάτια τιμή. Συνδέεται με τα γρας και γέρων, δεδομένου ότι αρχικά θα πρέπει να δήλωνε το τιμητικό προνόμιο των γερόντων. (A118-9): " αὐτὰρ ἐμοὶ γέρας αὐτίχ᾿ ἑτοιμάσατ᾿ ὄφρα μὴ οἶος / Ἀργείων ἀγέραστος ἔω, ἐπεὶ οὐδὲ ἔοικε· ".

Δ
δήμος : φατρία, ομάδα, ο λαός της υπαίθρου σε αντιδιαστολή με τους ευγενείς των οχυρωμένων παλατιών. Συμπεριλαμβάνεται σε ευρεία οικογένεια λέξεων με κοινή ρίζα με την έννοια του χωρίζω, διανέμω, όπου ανήκουν και λέξεις όπως δασμός, δαπάνη, αλλά και δαίμων και ευδαίμων. Από τη λέξη δήμος προήλθαν εκτός από σύνθετες, όπως δημοκρατία, και άλλες όπως δημότης, δημόσιος, δημεύω, αλλά και δήμιος. (Β547-8): " Οἳ δ᾽ ἄρ᾽ Ἀθήνας εἶχον ἐϋκτίμενον πτολίεθρον / δῆμον Ἐρεχθῆος μεγαλήτορος, … ".

Ε
ερίβωλος : εριβώλαξ, αυτός που έχει μεγάλους βώλους χώματος, εύφορος, γόνιμος. Σύνθετη: ερι- (επιτατικό μόριο) + βώλος, δηλ. σβώλος, μικρός όγκος χώματος σε οργωμένη γη, τμήμα γης, χωράφι. (Ι362-3): " ἤματί κε τριτάτῳ Φθίην ἐρίβωλον ἱκοίμην. ".

Ζ


Η


Θ
θυμός : η ψυχή, το πνεύμα, το στοιχείο της ζωής, της αισθήσεως ή της σκέψεως, ιδίως των ισχυρών αισθημάτων και παθών. (Α205): " ᾗσ’ ὑπεροπλίῃσι τάχ᾿ ἄν ποτε θυμὸν ὀλέσσῃ ".

Ι
ιητήρ : (ιατήρ) γιατρός, θεραπευτής, σωτήρας, λυτρωτής. Ετυμολογικά προέρχεται είτε από το ρήμα αίνω (αναθερμαίνω), είτε από το ρήμα ἰῶμαι (θεραπεύω, αποκαθιστώ). (Δ194): " Ἀσκληπιοῦ υἱὸν ἀμύμονος ἰητῆρος, ".

Κ


Λ
λάϊνος : κατασκευασμένος από λίθο ή από μάρμαρο, μτφ. σκληρόκαρδος. (Γ57): λάϊνον ἕσσο χιτῶνα ", δηλ. θα σε είχαν λιθοβολήσει.

Μ
μέθυ : κρασί. Η ινδοευρωπαική ρίζα της σημαίνει μέλι και υδρόμελι, είδος ποτού που παρασκευάζεται με αλκοολική ζύμωση διαλύματος μελιού σε νερό. Εξαιτίας των επιδράσεων του υδρομέλιτος κατέληξε να σημαίνει κρασί. Η μπύρα λεγόταν "κριθῶν μέθυ". (ι9-10): " μέθυ δ᾽ ἐκ κρητῆρος ἀφύσσων / οἰνοχόος φορέῃσι καὶ ἐγχείῃ δεπάεσσι· ".
μῆτις : ευφυΐα, πανουργία. Η ρίζα της λέξης είχε τη σημασία του μετρώ, ορίζω και το ουσιαστικό του της ακριβούς γνώσης, της πρακτικής νοημοσύνης. Η Μήτις στη Μυθολογία, η προσωποποίηση της φρόνησης και της σοφίας, ήταν η πρώτη σύζυγος του Δία και μητέρα της Αθηνάς. (Ψ312): " πλείονα ἴσασιν σέθεν αὐτοῦ μητίσασθαι. ".
μῆνις : σφοδρή και παρατεταμένη οργή, διαρκής θυμός, μένος, μάνητα.

Ν
νέμεσις : κατάκριση, κατηγορία, καταδίκη εναντίον κάποιου που παρέβη τους νόμους  Η αρχική σημασία της λέξης ήταν διανομή βάσει νόμιμης αρχής, περιορίστηκε σε εκείνη της απονομής δίκαιης τιμωρίας για αξιόποινη πράξη από τις αρμόδιες αρχές και εξελίχθηκε στη σημασία της δυσμένειας, έχθρας, αποστροφής για παράνομη ή ανήθικη ενέργεια. Έτσι χρησιμοποιήθηκε με αξία κοινωνική και αντικειμενική, σε αντιδιαστολή με τη λέξη αἰδώς, που έχει υποκειμενική σημασία. Έφτασε να προσωποποιηθεί στη θεά της θεϊκής εκδίκησης και τιμωρίας. (Γ156): " οὐ νέμεσις Τρῶας καὶ ἐϋκνήμιδας Ἀχαιοὺς ".
νόστιμος : εύγευστος, ωραίος, θελκτικός. Στην αρχαιότητα η λέξη σήμαινε ωφέλιμος, θρεπτικός, υγιεινός, ώριμος. Ετυμολογικά προέρχεται από τη λέξη νόστος που σημαίνει την επιστροφή στην πατρίδα, επιστροφή που προκαλεί τα πλέον ευχάριστα συναισθήματα (σαν ένα καλό γεύμα). (ε220): " οἴκαδέ τ᾽ ἐλθέμεναι καὶ νόστιμον ἦμαρ ἰδέσθαι. ".

Ξ
ξεῖνος : Η λέξη σήμαινε αρχικά τον πολίτη μιας άλλης πόλης με τον οποίο ανταλλάσσονται περιποιήσεις και δώρα. Αποδίδεται και σε αυτόν που φιλοξενεί, αλλά και σε αυτόν που φιλοξενείται. Στη συνέχεια έλαβε τη σημασία του αλλοεθνή, ακόμα και του βάρβαρου, και του παράξενου, δηλαδή του μη οικείου. (Z224): " Τὼ νῦν σοὶ μὲν ἐγὼ ξεῖνος φίλος Ἄργεϊ μέσσῳ ".

Ο



Π
περιδέξιος : αυτός που χρησιμοποιεί εξίσου και τα δύο του χέρια, αμφιδέξιος, αλλά και ο επιδέξιος, έμπειρος (το «επιδέξιος» στα αρχαία σήμαινε με κίνηση από δεξιά προς τ’ αριστερά, αλλά και ευοίωνος). (Φ163): " ἥρως Ἀστεροπαῖος, ἐπεὶ περιδέξιος ἦεν. ".
πολύτροπος : αυτός που επινοεί πολλούς τρόπους, πολυμήχανος, πανούργος, πολύπλοκος, ευμετάβλητος.



Ρ


Σ


Τ
ταλασίφρονος : καρτερικός, αυτός που έχει την δύναμη και ξέρει να υπομένει, να αντέχει. Το επίθετο τάλας έχει την ίδια ρίζα με λέξεις όπως τέλος και τέλλω, δηλ. αποπερατώνω, αλλά και τόλμη και τάλαντο (μονάδα βάρους και νόμισμα) και τελαμώνας. Η σημασία της είναι σηκώνω, υπομένω, υποφέρω, αλλά και ζυγίζω, μεταφέρω. (δ270): " οἷν Ὀδυσσῆος ταλασίφρονος ἔσκε φίλον κῆρ. " 
τρωτός : πληγωμένος, τραυματισμένος. Ετυμολογικά προέρχεται από το ρήμα τιτρώσκω που σημαίνει πληγώνω, προξενώ βλάβη, σπάζω, σκοτώνω. Από εκεί προέρχεται και η τρώσις και το τραύμα. (Φ568): " καὶ γάρ θην τούτῳ τρωτὸς χρὼς ὀξέϊ χαλκῷ, ".

Υ


Φ
φλέβα : Η σημασία της λέξης πριν τον Ιπποκράτη περιελάμβανε, όχι μόνο τις φλέβες, αλλά κάθε αιμοφόρο αγγείο, καθώς και τους πόρους των οργάνων του σώματος. Η ρίζα της λέξης έχει τη σημασία του φουσκώνω, πρίζομαι. Το πέος λεγόταν "φλψ γόνιμη". Ομόρριζη είναι και η λέξη φαλλός. (Ν546): " οὔτασ᾽ ἐπαΐξας, ἀπὸ δὲ φλέβα πᾶσαν ἔκερσεν, ".
φρην : το διάφραγμα του θώρακα, γενικά η θωρακική κοιλότητα, η καρδιά ως έδρα των συναισθημάτων (θυμός), ο νους ως έδρα της σκέψης (νους). Συχνά στον πληθυντικό: φρένα. (θ559): " ἀλλ᾽ αὐταὶ ἴσασι νοήματα καὶ φρένας ἀνδρῶν, ". 

Χ
χθων : γη, έδαφος και κατ΄ επέκταση η οικουμένη, ο κόσμος ή μέρος της Γης, αλλά και τα βάθη της Γης, ο Κάτω Κόσμος. Ως κύριο όνομα αναφέρεται στη θεά Γαία. Οι νεκροί λέγονται "οι υπό χθονός", ενώ οι Ερινύες αναφέρονται ως "αι κατα χθόνα θεαί". Από τη λέξη προέρχονται πολλές λέξεις, όπως χθόνιος, καταχθόνιος (ο σκυθρωπός και αυστηρός και αυτός που ζει και δρα υπόγεια, ο ύπουλος), αλλά και το αυτόχθων (ο γηγενής, ο ντόπιος). Αντίχθονες είναι οι κάτοικοι του Νότιου Ημισφαιρίου. Τηλέχθων σημαίνει τόπος μακρινός. (ν352): " ὣς εἰποῦσα θεὰ σκέδασ᾽ ἠέρα, εἴσατο δὲ χθών· ".

Ψ


Ω