Pages

Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2013

Ομηρικά Τραπεζώματα

Ο Όμηρος απαγγέλλει τους στίχους του
(πίνακας του Jacques-Louis David, 1794 | πηγή εικόνας

[ Οδύσσεια ι1-20 ]

Γυρνώντας τότε ο πολυμήχανος του μίλησε Οδυσσέας:
«Αλκίνοε, βασιλιά περίλαμπρε, μες στο λαό σου ο πρώτος,
αλήθεια είναι όμορφο να κάθεσαι ν᾿ ακούς τον τραγουδάρη,
και νά' ναι σαν αυτόν, που ακούγεται καθώς θεού η φωνή του.
Άλλη αναγάλλια εγώ τρανότερη δεν ξέρω, μόνο νά' χει
ο κόσμος όλος σε ξεφάντωση στρωθεί, κι οι καλεσμένοι
στο αρχονταρίκι ν᾿ αφουγκράζουνται το θείο τον τραγουδάρη,
γραμμή καθούμενοι · και δίπλα τους γεμάτα τα τραπέζια
ψωμί και κρέατα · κι ανασέρνοντας κρασί από το κροντήρι
να τρέχει ο κεραστής στις κούπες τους να το κερνάει, να πίνουν.
Αυτή η χαρά λογιάζω εστάθηκεν η πιο τρανή του ανθρώπου.
Μα να η καρδιά σου που λαχτάρησε τα πάθη μου να μάθει
τα θλιβερά, για να φουντώσουνε πιο ακόμα οι στεναγμοί μου.
Τι πρώτο να σου πω και τι στερνό ν᾿ αφήσω, απ᾿ όσα μύρια
βάσανα μού᾿  δωκαν οι αθάνατοι που κυβερνούν τα ουράνια ;
Μα τ᾿  όνομά μου πρώτα ακούσετε, για να το ξέρετε όλοι ·
θέλω κι αργότερα, ξεφεύγοντας της μοίρας και του Χάρου,
να μείνω φίλος σας, κι ας βρίσκεται το αρχοντικό μου αλάργα.
Είμαι ο Οδυσσέας, ο γιος του αντρόκαρδου Λαέρτη · ο κόσμος όλος
ξέρει τους δόλους μου, κι η δόξα μου ψηλά στα ουράνια φτάνει!


Απόσπασμα από τη μελέτη τού Ιωάννη Κακριδή "Προομηρικά, Ομηρικά, Ησιόδεια" (1980), κεφ.10-2.
Στο κεφάλαιο αυτό θα μας απασχολήσουν τα ελληνικά συμ­ποσιακά έθιμα, που και αυτά δέν δείχνουν να άλλαξαν από τα πα­λιά χρόνια ως σήμερα.
   Μελετώντας τον Όμηρο οι ξένοι φιλόλογοι εντυπωσιάστηκαν δυσάρεστα, όταν πρόσεξαν πως ο ποιητής περιγράφει διεξοδικά κάθε τόσο γεύματα και συμπόσια, ακόμα ότι βάζει τους ήρωές του να τρώνε πότε πότε απανωτά, κάτι που και αταίριαστο είναι, είπαν, και φυσικά αδύνατο. Δεν είναι, αλήθεια, άπρεπο για έναν ήρωα να δείχνει τόσην αγάπη στο φαγοπότι; Και έπειτα, ένας που έφαγε πριν από μισή ώρα πώς μπορεί να ξαναφάει; Και όμως ο Αίας, ο Οδυσσέας και ο Φοίνικας, που πηγαίνουν να παρακαλέσουν τον θυμωμένο Αχιλλέα να ξαναγυρίσει στη μάχη, καλοτρώνε πρώ­τα στη σκηνή του Αγαμέμνονα και σε λίγη ώρα ξανατρώνε στου Αχιλλέα, ο Οδυσσέας μάλιστα τρώει και για τρίτη φορά μέσα στην ίδια νύχτα, μόλις γυρίζει από μια νυχτερινή κατασκοπευτική αποστολή. Και ο Αχιλλέας στην τελευταία ραψωδία της Ιλιάδας κάθεται και τρώει μαζί με τον Πρίαμο, ενώ μόλις λίγο πιο πριν είχε σηκωθεί από το τραπέζι καλοφαγωμένος. Το ίδιο και ο Οδυσ­σέας στο νησί των Φαιάκων τρώει δύο φορές απανωτά, και τις δύο πεινασμένος.
   Ειδικά για τον Οδυσσέα οι ξένοι κριτικοί ενοχλήθηκαν βλέ­ποντας πως και σε άλλες ευκαιρίες ο ήρωας δείχνει τη μεγάλη του αγάπη για το φαί. Όταν στην Ιλιάδα ο Αχιλλέας, ύστερα από το θάνατο του Πάτροκλου γυρεύει από τους Αχαιούς να ανοίξουν πό­λεμο με τους Τρώες, χωρίς να χάσουν ούτε μια στιγμή, ο Οδυσσέας του αντιμιλεί έντονα υποστηρίζοντας πως ο στρατός πρέπει πρώτα να φάγει και να πιεί, για να στυλωθεί και να μπορεί έπειτα να πολεμήσει ολάκερη τη μέρα. Και στην Οδύσσεια ο ήρωας μιλών­τας στους Φαίακες τονίζει πως το πιό όμορφο πράγμα στον κόσμο είναι ένα συμπόσιο, όπου οι καλεσμένοι μπροστά σ' ένα πλούσια στρωμένο τραπέζι τρώνε και πίνουν ακούγοντας τον αοιδό.
   Έτσι οι κριτικοί έφτασαν στο συμπέρασμα ότι ο Οδυσσέας ξεχωρίζει ανάμεσα στους άλλους βασιλιάδες του Τρωικού πολέμου με τη φοβερή του όρεξη και την αγάπη του για την καλοπέραση. Και ήταν λέει του Ομήρου η επιθυμία να τον προβάλει σαν έναν άνθρωπο που του άρεσε αυτή η ζωή, περισσότερο από ό,τι ταίριαζε σ' έναν ήρωα.
   Πριν από λίγα χρόνια, ένας από τους πιό ονομαστούς ελβετούς φιλολόγους πίστεψε πως έλυσε μια για πάντα το πρόβλημα της πολυφαγίας των ομηρικών ηρώων. Υποστήριξε δηλαδή πως όλες, μα όλες οι σκηνές που περιγράφουν γεύματα και συμπόσια στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια δεν ήταν γραμμένες από τον ίδιο τον Όμηρο. Ήταν λέει ένας μεταγενέστερος βάρβαρος διασκευαστής του έργου του που τις είχε αυθαίρετα προσθέσει — ένας άνθρωπος που του έλειπε εντελώς η αίσθηση για τις απαιτήσεις ενός έργου της μεγάλης ποίησης. Γιατί ο Όμηρος πρέπει να ήταν μια τόσο ευγενικιά προσωπικότητα, που θα το θεωρούσε ανάξιό του να κατα­χωρίσει στο ποίημά του τόσο ταπεινά και χυδαία πράγματα, όπως είναι οι περιγραφές συμποσίων.
   Κατά τη γνώμη-μας, όλα αυτά τα προβλήματα τα σχετικά με τα ομηρικά συμπόσια υπάρχουν μόνο για τον κριτικό που βλέ­πει την αρχαία δημιουργία με τα μάτια του σύγχρονου δυτικού ευρωπαίου και προβάλλει άκριτα στον αρχαίο κόσμο τους κανόνες της δικής του συμπεριφοράς. Επειδή σήμερα είναι άπρεπο για έναν ψιλομαθημένο ευρωπαίο να μιλεί για φαγητά και τραπέζια, αποκλείεται ο Όμηρος να έχει περιγράψει σκηνές συμποσίων!
   Για έναν Έλληνα δεν νομίζω πως υπάρχει πρόβλημα. Με το φόβο να μας κατηγορήσουν για άξεστους και ανάγωγους, θα λέγαμε πως και οι αρχαίοι και οι σημερινοί Έλληνες, πρώτα πρώτα χαίρονται να ξεφαντώνουν, και αυτή τη χαρά τη συμμερίζονται με όλους τους ανθρώπους του κόσμου, άλλο ζήτημα αν οι άλλοι δεν θέλουν να το ομολογήσουν. Και κάτι άλλο όμως: Δεν το θεωρούν άπρεπο να μιλούν για τα ξεφαντώματά τους και να εξυμνούν με τα τραγούδια τους τη χαρά που νιώθουν σ' αυτά.
   Κάτι περισσότερο: Οι Έλληνες νιώθουν ότι ένα συντροφικό τραπέζι, έξω από την υλική ικανοποίηση που χαρίζει, αποτελεί μια μυσταγωγία. Το λαϊκό μας συμπόσιο έχει πάντα κάτι το τελετουργικό. Σ' ένα τέτοιο κοινό τραπέζι άλλωστε δίνεται η ευκαιρία να σφίξουν ακόμα πιο στενά οι δεσμοί της φιλίας ανάμεσα στους συντράπεζους. Ας θυμηθούμε την αγανάχτηση του Αρχίλοχου, του ποιητή του 7ου π.Χ. αιώνα, όταν ο Λυκάμβας πάτησε τον όρκο του και δεν λογάριασε το αλάτι που είχαν φάει μαζί και το τραπέζι που είχαν καθίσει (ὃρκον δ' ἐνοσψίσθης μέγαν, ἃλας τε και τράπεζαν). Και όταν και εμείς σήμερα, για να δηλώσουμε την εγκάρδια πολυκαιρινή φιλία χρησιμοποιούμε την ίδιαν έκφρα­ση (φάγαμε ψωμί και αλάτι), ή ορκιζόμαστε στο ψωμί που φάγαμε μαζί (μα το ψωμί που φάγαμε), τότε γίνεται φανερό πως το γεύμα δεν το θεωρούμε οι Έλληνες, ούτε οι παλιοί ούτε οι νεότεροι, σαν κάτι που εξυπηρετεί τις υλικές μας αποκλειστικά ανάγκες.
   Υπάρχει και μια άλλη συνήθεια των Ελλήνων, παλιά και νέα: Να τιμάς τον ξένο σου καλνώντας τον στο τραπέζι σου, είτε γνωστός σου είναι είτε για πρώτη φορά στη ζωή σου τον βλέπεις — καλνώντας τον να φάει και να πιει, προτού ακόμα σου πει, αν είναι άγνωστος, το όνομά του και προτού σου ανακοινώσει το σκοπό του ερχομού του. Και ο νοικοκύρης πρέπει να φάει μαζί με τον ξένο είτε νηστικός είναι είτε χορτάτος.