Ο Οδυσσέας δεν μπορεί εύκολα να πιστέψει ότι επέστρεψε στην πατρίδα του μετά από τόσες περιπέτειες. Το τοπίο τής Ιθάκης δεν του είναι πια οικείο μετά από τόσα χρόνια · πολλά έχουν αλλάξει, και κυρίως ο ίδιος. Είναι σαν… ν΄ ανακαλύπτει το μέρος για πρώτη φορά. Και η Αθηνά τον βοηθά να συνέλθει.
[ Οδύσσεια ν344-360 ]
Και τώρα την Ιθάκη θά' θελα να ξεσκεπάσω ομπρός σου,
για να πιστέψεις: Να του Φόρκυνα του θαλασσογερόντου
ο κόρφος, να κι η ελιά η στενόφυλλη στου λιμανιού την κόχη,
και δίπλα το γαλαζοσκότεινο, χαριτωμένο σπήλιο,
ταμένο στις ξωθιές, τρισέβαστο, στις Νεροκόρες. Δες τη
τη θολωτή σπηλιά, κει που άλλοτε ποτέ σου δεν ξεχνούσες
στις Νεροκόρες αψεγάδιαστες τρανές θυσίες να κάνεις !
Κι αυτό είναι το βουνό το Νήριτο, με δάση σκεπασμένο.»
Μιλώντας την αντάρα σκόρπισε κι εφάνη γύρα ο τόπος ·
και χάρηκε ο Οδυσσέας ο αρχοντικός, ο τρισβασανισμένος,
που είδε τη γη του, και τα χώματα φιλεί τα πολυθρόφα ·
κι υψώνοντας τα χέρια ευχήθηκε στις Νεροκόρες κι είπε:
« Κόρες του Δία, ξανά δεν τό' λεγα, ξωθιές, καλοκυράδες,
πως θα σας δω. Μα τώρα ολόχαρος την προσευχή μου υψώνω.
Γεια και χαρά ! Θα σας προσφέρουμε και δώρα, σαν και πρώτα,
μονάχα η κουρσολόγα νά' θελε, του γιου του Κρόνου η κόρη,
κι εγώ να ζω, κι ο γιος μου ανέβλαβος να βλέπω να τρανεύει. »
για να πιστέψεις: Να του Φόρκυνα του θαλασσογερόντου
ο κόρφος, να κι η ελιά η στενόφυλλη στου λιμανιού την κόχη,
και δίπλα το γαλαζοσκότεινο, χαριτωμένο σπήλιο,
ταμένο στις ξωθιές, τρισέβαστο, στις Νεροκόρες. Δες τη
τη θολωτή σπηλιά, κει που άλλοτε ποτέ σου δεν ξεχνούσες
στις Νεροκόρες αψεγάδιαστες τρανές θυσίες να κάνεις !
Κι αυτό είναι το βουνό το Νήριτο, με δάση σκεπασμένο.»
Μιλώντας την αντάρα σκόρπισε κι εφάνη γύρα ο τόπος ·
και χάρηκε ο Οδυσσέας ο αρχοντικός, ο τρισβασανισμένος,
που είδε τη γη του, και τα χώματα φιλεί τα πολυθρόφα ·
κι υψώνοντας τα χέρια ευχήθηκε στις Νεροκόρες κι είπε:
« Κόρες του Δία, ξανά δεν τό' λεγα, ξωθιές, καλοκυράδες,
πως θα σας δω. Μα τώρα ολόχαρος την προσευχή μου υψώνω.
Γεια και χαρά ! Θα σας προσφέρουμε και δώρα, σαν και πρώτα,
μονάχα η κουρσολόγα νά' θελε, του γιου του Κρόνου η κόρη,
κι εγώ να ζω, κι ο γιος μου ανέβλαβος να βλέπω να τρανεύει. »
Γλωσσολογική ανάλυση και μια ενδιαφέρουσα άποψη για το νόστο από τον Μίλαν Κούντερα σε απόσπασμα από το μυθιστόρημά του "Η Άγνοια"
Στα αρχαία ελληνικά η επιστροφή λέγεται νόστος. Άλγος
σημαίνει πόνος. Νοσταλγία είναι λοιπόν ο πόνος που προκαλεί σε κάποιον η
ανικανοποίητη λαχτάρα της επιστροφής. Γι' αυτήν τη θεμελιακή έννοια οι
περισσότεροι Ευρωπαίοι διαθέτουν μια λέξη ελληνικής καταγωγής (nostalgie, nostalgia),
κι έπειτα άλλες λέξεις που έχουν τις ρίζες τους στην εθνική γλώσσα: añoranza
λένε οι Ισπανοί· saudade λένε οι Πορτογάλοι. Σε κάθε γλώσσα αυτές οι λέξεις
έχουν διαφορετική σημασιολογική απόχρωση. Συχνά σημαίνουν απλώς τη θλίψη που
προκαλεί σε κάποιον η αδυναμία να επιστρέψει στη χώρα του. Πόνος, αρρώστια για
τη χώρα σου. Αρρώστια για το σπίτι σου. Αυτό που λέγεται στα αγγλικά: homesickness.
Ή στα γερμανικά: Heimweh. Ολλανδικά: heimwee. Πρόκειται όμως για χωρική
συρρίκνωση αυτής της μεγάλης έννοιας. Τα ισλανδικά, μια από τις παλαιότερες
ευρωπαϊκές γλώσσες, κάνουν διάκριση ανάμεσα σε δύο όρους: söknuður: νοσταλγία
με τη γενική σημασία· και heimfra: πόνος, αρρώστια για τη χώρα σου. Οι Τσέχοι,
πλάι στη λέξη νοσταλγία, που την πήραν από τα ελληνικά, έχουν δικό τους
ουσιαστικό γι' αυτή την έννοια: stesk, και δικό τους ρήμα· η συγκινητικότερη
ερωτική φράση των Τσέχων: styska se mi po tobe: σε νοσταλγώ· δεν μπορώ να
υποφέρω τον πόνο της απουσίας σου. Στα ισπανικά η añoranza βγαίνει από το ρήμα añorar (νοσταλγώ), που βγαίνει από το καταλάνικο envoyar, το οποίο προέρχεται από το
λατινικό ignorare (αγνοώ). Στο φως της ετυμολογίας η νοσταλγία εμφανίζεται σαν
πόνος της άγνοιας. Είσαι μακριά και δεν ξέρω τι γίνεσαι. Η χώρα μου είναι
μακριά και δεν ξέρω τι γίνεται εκεί πέρα. Ορισμένες γλώσσες έχουν δυσκολίες με
τη νοσταλγία: οι Γάλλοι μπορούν να την εκφράσουν με το ελληνικής καταγωγής
ουσιαστικό, δεν έχουν όμως ρήμα· μπορούν να πουν: je m' ennuie de toi, μου
λείπεις, αλλά η λέξη s'ennuyer (που η πρώτη σημασία της είναι «πλήττω») είναι
αδύναμη, ψυχρή, και πάντως πολύ ανάλαφρη για ένα τόσο σημαντικό συναίσθημα. Οι
Γερμανοί σπάνια χρησιμοποιούν τη λέξη νοσταλγία με την ελληνική μορφή και
προτιμούν να πουν Sehnsucht: πόθος για κάτι απόν· αλλά η λέξη Sehnsucht μπορεί
να αναφέρεται σε κάτι που υπήρξε και σε κάτι που δεν υπήρξε ποτέ (μια καινούρια
περιπέτεια), άρα δεν εμπεριέχει κατανάγκην την ιδέα ενός νόστου· για να
εκφράσει η Sehnsucht την έμμονη ιδέα της επιστροφής, χρειάζεται αντικείμενο: Sehnsucht
nach der Vergangenheit, nach der verlorenen Kindheit, nach der ersten Liebe (πόθος
του παρελθόντος. της χαμένης παιδικής ηλικίας, της πρώτης αγάπης).
Στην αυγή του αρχαιοελληνικού
πολιτισμού γεννήθηκε η Οδύσσεια, το θεμελιώδες έπος της νοσταλγίας. Ας
υπογραμμίσουμε: ο Οδυσσέας, ο κατεξοχήν άνθρωπος της περιπέτειας όλων των εποχών,
είναι και ο κατεξοχήν άνθρωπος της νοσταλγίας. Πήγε (χωρίς να το πολυθέλει)
στον πόλεμο της Τροίας, όπου έμεινε δέκα χρόνια. Έπειτα θέλησε να γυρίσει
γρήγορα στη γενέτειρά του την Ιθάκη, αλλά οι μηχανορραφίες των θεών παρέτειναν
την περιπλάνησή του, στην αρχή για τρία χρόνια, γεμάτα από τα πιο αλλόκοτα
γεγονότα, κι έπειτα για άλλα εφτά χρόνια, που τα πέρασε, όμηρος και εραστής,
κοντά στη θεά Καλυψώ, η οποία τον ερωτεύτηκε και δεν τον άφηνε να φύγει απ' το
νησί της.
Στην πέμπτη
ραψωδία ο Οδυσσέας λέει στην Καλυψώ: «το είδα και καλά το ξέρω, η Πηνελόπη
αντίκρυ σου, όσο κι αν δεν της λείπει η φρόνηση, σου υπολείπεται και στη μορφή
και στο παράστημα... Κι όμως. εν γνώσει μου το θέλω και το επιθυμώ, απ' το πρωί
ως το βράδυ, σπίτι μου να γυρίσω, να δω κι εγώ τη μέρα της επιστροφής». Και
συνεχίζει ο Όμηρος: καθώς μιλούσε, «άρχισε να δύει ο ήλιος, έπεσε το σκοτάδι·
προχώρησαν οι δυο τους στο κοίλο βάθος της σπηλιάς, κοιμήθηκαν μαζί, και
χάρηκαν μαζί φιλί κι αγκάλη» [μετ. Δ. Ν. Μαρωνίτης].
Τίποτε ανάλογο
στην άχαρη ζωή που πέρασε η Ίρενα, αυτοεξόριστη από χρόνια [σημ.: η Τσέχα ηρωίδα
του μυθιστορήματος που καταφεύγει στο Παρίσι μετά την Σοβιετική εισβολή στην
πατρίδα της το 1968]. Ο Οδυσσέας κοντά στην Καλυψώ πέρασε πραγματική ντόλτσε
βίτα, ζωή άνετη, ζωή χαρισάμενη. Ωστόσο, ανάμεσα στην ντόλτσε βίτα στα ξένα και
την παρακινδυνευμένη επιστροφή στο σπίτι, διάλεξε την επιστροφή. Αντί για την
περιπαθή εξερεύνηση του αγνώστου (την περιπέτεια) προτίμησε την αποθέωση του
γνωστού (την επιστροφή). Αντί για το άπειρο (γιατί η περιπέτεια υποτίθεται πως
διαρκεί επ' άπειρον) προτίμησε το πεπερασμένο (γιατί η επιστροφή είναι η
συμφιλίωση με την περατότητα της ζωής).
Οι Φαίακες
ναυτικοί απόθεσαν τον Οδυσσέα μαζί με το σεντόνι και το σκέπασμα του. χωρίς να
τον ξυπνήσουν, στην παραλία της Ιθάκης, στη ρίζα μιας ελιάς, και έφυγαν. Αυτό
ήταν και το τέλος του ταξιδιού. Ο Οδυσσέας κοιμόταν εξαντλημένος. Όταν ξύπνησε,
δεν ήξερε πού βρίσκεται. Έπειτα η Αθηνά έδιωξε απ' τα μάτια του την ομίχλη και
ήρθε η μέθη· η μέθη της Μεγάλης Επιστροφής· η έκσταση του γνωστού· η μουσική
που δονούσε τον αέρα μεταξύ ουρανού και γης: είδε τον όρμο που γνώριζε από
μικρό παιδί, το δασωμένο βουνό που υψωνόταν πίσω του, και χάιδεψε τη γέρικη
ελιά για να βεβαιωθεί πως είχε μείνει η ίδια όπως και πριν από είκοσι χρόνια.
Το 1950, όταν ο
Άρνολντ Σαίνμπεργκ ήταν ήδη δεκατέσσερα χρόνια στις Ηνωμένες Πολιτείες, ένας
Αμερικανός δημοσιογράφος τού έκανε μερικές κουτοπόνηρες ερωτήσεις: είναι
αλήθεια ότι οι καλλιτέχνες που εκπατρίζονται χάνουν τη δημιουργική τους δύναμη;
ότι αποστεγνώνει η έμπνευσή τους, όταν πάψει να τρέφεται από τις ρίζες της
γενέθλιας χώρας;
Γιά φαντάσου! Πέντε
χρόνια μετά το Ολοκαύτωμα! Κι ένας Αμερικανός δημοσιογράφος δεν συγχωρεί στον
Σαίνμπεργκ ότι δεν έμεινε προσκολλημένος σ' εκείνη τη γωνιά της γης όπου είχε αρχίσει
να εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια του η φρίκη της φρίκης! Αλλά τι να γίνει! Ο
Όμηρος τίμησε τη νοσταλγία με δάφνινο στεφάνι και καθόρισε έτσι μια ηθική
ιεραρχία των συναισθημάτων. Στην κορυφή βρίσκεται η Πηνελόπη, πολύ πιο πάνω από
την Καλυψώ.
Η Καλυψώ, αχ η
Καλυψώ! Τη σκέφτομαι συχνά. Αγάπησε τον Οδυσσέα. Έζησαν εφτά χρόνια μαζί. Δεν
ξέρουμε πόσον καιρό μοιράστηκε ο Οδυσσέας το κρεβάτι της Πηνελόπης, πάντως όχι
τόσο μεγάλο διάστημα. Κι όμως. εμείς εξυμνούμε τον πόνο της Πηνελόπης και
περιγελούμε το κλάμα της Καλυψώς.
