Η Γοητεία τής Λήθης

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2013

Στη ραψωδία ε, ο Οδυσσέας παρουσιάζεται να έχει σαφώς αρχίσει να πνίγεται πάνω στο νησί τής Καλυψώς, την Ωγυγία.

[ Οδύσσεια ε151-155 ]

Τον βρήκε στο γιαλό να κάθεται · και μήτε που στεγνώναν
ποτέ τα μάτια του απ᾿ τα κλάματα, μον᾿ τη γλυκιά ζωή του
του γυρισμού ο καημός την έλιωνε · καμιά χαρά πια τώρα
δεν τού' δινε η ξωθιά, και πλάγιαζε τις νύχτες μες στα σπήλια
κοντά της απ᾿ ανάγκη — θέλοντας εκείνη, μα άθελά του. 


Οδυσσέας και Καλυψώ
(ελαιογραφία τού Arnold Böcklin, 1883 | πηγή εικόνας)

   Γι’ αυτό και οι θεοί αποφασίζουν την αναχώρησή του από το νησί και στέλνουν τον Ερμή να διατάξει την θεά να τον αφήσει να φύγει.

[ Οδύσσεια ε194-227 ]

Έτσι η θεά σε λίγο εγύρισε με το θνητό στο σπήλιο ·
εκείνος κάθισε στο κάθισμα, πού' χεν ο Ερμής πριν λίγο
αφήσει · κι η ξωθιά του απίθωσε μπροστά τραπέζι πλούσιο,
με ό,τι έχουν οι θνητοί και θρέφονται, να φάει, να πιει μετά της ·
κι ατή της απαντίκρυ κάθισε στο θεϊκό Οδυσσέα,
κι αθάνατη θροφή κι αθάνατο κρασί μπροστά της βάλαν
οι δούλες · τότε εκείνοι στα έτοιμα φαγιά τα χέρια απλώσαν
και σύντας τρώγοντας και πίνοντας ευφράθηκαν οι δυο τους,
κινούσε η Καλυψώ, η πανέμνοστη θεά, το λόγο πρώτη :
« Γιε του Λαέρτη αρχοντογέννητε, πολύτεχνε Οδυσσέα,
έτσι λοιπόν ξανά στο σπίτι σου, στη γη την πατρική σου
τώρα γοργά να πας πεθύμησες ; Ας είναι, γεια χαρά σου !
Μονάχα αν κάτεχες στα φρένα σου τα βάσανα που η μοίρα
να σύρεις γράφει, πριν τα χώματα τα πατρικά πατήσεις,
εδώ θ᾿ απόμενες, κοιτάζοντας το σπήλιο αυτό μαζί μου,
και θά' σουν από πάνω αθάνατος, κι ας έχεις τόσο πόθο
να ιδείς το ταίρι σου, που ατέλειωτα σε τυραννά ο καημός του.
Θαρρώ από κείνη εγώ χειρότερη στην ελικιά δεν είμαι
κι ουδέ στο ανάριμμα · κι αταίριαστο να παραβγαίνουν θά' ταν
έτσι κι αλλιώς θνητές με αθάνατες στην ελικιά, στην όψη. »
   Γυρνώντας τότε ο πολυκάτεχος της μίλησε Οδυσσέας :
« Θεά σεβάσμια, μη μου οργίζεσαι · κι εγώ καλά το ξέρω ·
αλήθεια, η Πηνελόπη η φρόνιμη δε δύνεται ποτέ της
στην ομορφιά και στο παράστημα να παραβγεί μαζί σου ·
τι είναι θνητή, μα εσύ κι αθάνατη κι αγέραστη λογιέσαι.
Μα κι έτσι θέλω κι ακατάπαυτα με δέρνει ο πόθος, πίσω
να στρέψω, την ημέρα κάποτε να ιδώ του γυρισμού μου.
Κι αν τύχει πάλε και με τσάκιζε θεός στο πέλαο μέσα,
βασταγερή καρδιά στα στήθια μου κρατώ και θα βαστάξω.
Πολλά έχω πάθει ως τώρα βάσανα κι έχω πολύ μοχτήσει
και σε πολέμους και σε θάλασσες · ας πάει κι αυτό με τ᾿ άλλα ! »
Είπε, κι ωστόσο ο γήλιος έγειρε και πήραν τα σκοτάδια ·
κι αυτοί στου σπήλιου αποτραβήχτηκαν τα βάθη, να χαρούνε
φιλί κι αγκάλη, και τη νύχτα τους μαζί να την περάσουν.


   Φαίνεται πως η λήθη, τελικά, μπορεί μόνο να διατηρηθεί από την (ψευδ)αίσθηση της αθανασίας. Ο Οδυσσέας πονά και νοσταλγεί, διότι, αντίθετα από την αθάνατη σύντροφό του, συνειδητοποιεί ότι γερνά. Μπροστά στο θάνατο, λοιπόν, ξυπνά· βλέπει τη ζωή αλλιώς και βάζει άλλες προτεραιότητες. Ίσως αυτό να είναι το μήνυμα που έφερε ο Ερμής, ... ο «ψυχολάτης».
   Του κάκου η Καλυψώ επιχειρεί να τον φοβίσει, λέγοντάς του ότι αν ήξερε τι τον περιμένει έξω από το ειδυλλιακό νησί της, δεν θα επιχειρούσε να φύγει. Όμως, ο Οδυσσέας έχει περάσει στη ζωή του τόσα πολλά που δεν μπορεί να τον σταματήσει ο κίνδυνος. Και ούτε να νιώθει αθάνατος θέλει· ξέρει καλά πως δεν είναι. Παρ' όλα αυτά, την Καλυψώ δεν την αφήνει πραγματικά πίσω του όταν την εγκαταλείπει, αλλά αργότερα, όταν θαλασσοδέρνεται και αναγκάζεται να πετάξει ακόμα και τα ρούχα που είχε από το νησί της· ολόκληρη την περιβολή κάθε βολέματος και ψευδαίσθησης που τον είχε συνηθίσει ο παραδεισένιος κόσμος της θεάς. 

[ Οδύσσεια ε313-321 ]

   Καθώς μιλούσε, πέφτει απάνω του χιμώντας άγριο κύμα,
γιγάντιο, κι η πλωτή τραντάχτηκε και στρουφογύρισε όλη ·
κι ατός του απ᾿ την πλωτή τινάχτηκε μακριά, και το τιμόνι
του ξέφυγε απ᾿ τα χέρια · τ᾿ άρμπουρο τσακίστηκε στη μέση
απ᾿ το μπουρίνι το άγριο που άσκωναν οι μπερδεμένοι ανέμοι,
κι αλάργα το πανί στη θάλασσα κι η αντένα εσφεντονίστη ·
κι εκείνον στα βαθιά τον βούλιαξε νερά πολληώρα, κι ούτε
μπορούσε να ξανάβγει απ᾿ την ορμή τού φοβερού κυμάτου ·
τα ρούχα η Καλυψώ που τού' δωκε πολύ μαθές βαραίναν.


   Και όλα αυτά, γιατί; Ίσως γιατί οι αθάνατοι μπορούν να παραμείνουν μακάριοι όσο θέλουν χωρίς συνέπειες. Οι θνητοί όμως ;