Pages

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2014

Πέρα & Πάνω Από Τον Πόλεμο

Είναι αναμενόμενο η Ιλιάδα να θεωρείται ένα έπος πολεμικό, όμως παρουσιάζει κάποιες σημαντικές ιδιαιτερότητες. Ο Όμηρος τις τρομερές σκηνές των μαχών έχει τον τρόπο σε μια στιγμή και τις σβήνει από το μυαλό μας. Δημιουργεί σκηνές πιο ισχυρές από το αίμα και τη βία που μόλις έχει περιγράψει· σκηνές που η φωτεινή απλότητά τους μπορεί να θαμπώσει τη φρικαλεότητα του πολέμου.
   Στη ραψωδία Ζ, ο Διομήδης, αρχηγός τού στρατού των Αργείων, έρχεται αντιμέτωπος με τον Γλαύκο, σύμμαχο των Τρώων από τη Λυκία, που όμως είχε πατρική καταγωγή από τον Κορίνθιο ήρωα Βελλερεφόντη, και άρα τον Σίσυφο. Ο παππούς τού Διομήδη, Οινέας, είχε φιλοξενήσει τον βασανισμένο Βελλερεφόντη στο παλάτι του στην Καλυδώνα. Μόλις ανακαλύπτουν ότι οι πρόγονοί τους συνδέονταν με δεσμούς φιλοξενίας, οι αντίμαχοι κάνουν κάτι τρελό: αντί να χτυπηθούν, ανταλλάσσουν τα όπλα τους, δίνουν τα χέρια και ορκίζονται να παραμείνουν φίλοι.

[ Ιλίάδα Ζ212-233 ]

   Έτσι μιλούσε, κι ο βροντόφωνος εχάρηκε Διομήδης,
και το κοντάρι κάτω μπήγοντας στη γη την πολυθρόφα
στον αντρολάτη ευτύς με πρόσχαρα γλυκομιλούσε λόγια :
« Παλιός λοιπόν λογιέσαι φίλος μου, προγονικός, αλήθεια !
τι ο αρχοντικός Οινέας τον άψεγο Βελλεροφόντη, ξέρω,
κράτησε κάποτε στο σπίτι του καλοσκαμνίζοντάς τον
είκοσι μέρες, κι ώρια αλλάξανε δώρα φιλιάς οι δυο τους ·
ο Οινέας ζωστάρι λαμπροπόρφυρο του χάρισε να τό' χει,
και δέχτηκε απ᾿ αυτόν διπλόγουβη μαλαματένια κούπα,
που τώρα ακόμα στο παλάτι μου μισεύοντας αφήκα.
Μα δε θυμούμαι εγώ τον κύρη μου, τι ήμουν μικρός ακόμα,
σύντας στη Θήβα πέρα εχάθηκαν των Αχαιών τ᾿ ασκέρια.
Λοιπόν μες στο Άργος καλοπρόσδεχτος θα μού' σαι ξένος πάντα,
κι εγώ δικός σου, αν έρθω κάποτε στων Λυκιωτών τη χώρα.
Κι όταν ακόμα ανάβει ο πόλεμος, ας κρατηθούμε αλάργα ·
πολλοί’ ναι οι Τρώες, πολλοί οι συμμάχοι τους, για νά' χω να σκοτώνω
όποιον μου ρίξει ο θεός στα χέρια μου για τρέχοντας τον φτάσω.
Κι έχεις και συ Αχαιούς, αν δύνεσαι, πολλούς να ρίξεις κάτω.
Και τ᾿ άρματά μας ας αλλάξουμε, και τούτοι για να μάθουν
πως φίλοι γονικοί λογιόμαστε κι απ᾿ τα παλιά τα χρόνια. »
   Έτσι σα μίλησαν, απήδηξαν από τ᾿ αμάξια κάτω,
δώσαν τα χέρια τους κι ορκίστηκαν πιστή φιλιά κι αγάπη.


   Οι ήρωες στέκονται στη μέση τού πεδίου τής μάχης, ενώ αυτή μαίνεται γύρω τους, όμως εμείς για λίγο, υπνωτισμένοι από τους στίχους των συστάσεων, παρακολουθούμε μια σκηνή σα να συναντιούνται δυο παλιοί, καλοί φίλοι. Και αμέσως μετά, με ένα ξαφνικό νόημα ο Όμηρος μάς επαναφέρει, για να μπορέσει να συνεχιστεί η αφήγηση του πολέμου.

[ Ιλιάδα Ζ234-236 ]

Τότε του Γλαύκου επαρασάλεψε τα φρένα ο γιος του Κρόνου,
που τ᾿ άρματά του πήγε κι άλλαξε με του τρανού Διομήδη,
χρυσά με χάλκινα, εκατόβοδα μ᾿ εννιάβοδα μονάχα.


   Αργότερα, ο Έκτορας αφήνει για λίγο τη μάχη και επιστρέφει στην πόλη να μαζέψει τον αδελφό του, τον Πάρη, από τον ποδόγυρο της Ελένης. Μόλις πριν βγουν από τα τείχη για να ξαναμπούν στη μάχη, ο Έκτορας συναντά τη γυναίκα του, Ανδρομάχη, και το μικρό τους γιο.

[ Ιλιάδα Ζ466- 481 ]

   Αυτά είπε ο ξακουσμένος Έχτορας, κι ανοιεί στο γιο τα χέρια ·
μα το παιδί στης ομορφόζωστης τον κόρφο εκρύφτη βάγιας
με δυνατές φωνές, τι ετρόμαξε τον κύρη του θωρώντας,
απ᾿ το χαλκό που τον εσκέπαζε σκιαγμένο κι απ᾿ τη φούντα
την αλογίσια, που άγρια σάλευε κατάκορφα στο κράνος.
Με την καρδιά τους τότε γέλασαν ο κύρης του κι η μάνα,
κι ευτύς ο ξακουσμένος Έχτορας απ᾿ το κεφάλι βγάζει
το κράνος, και στη γη το απίθωσε λαμποκοπώντας όλο.
Παίρνει μετά το γιο, τον φίλησε, τον χόρεψε στα χέρια,
κι έτσι μετά στο Δία προσεύκουνταν και στους θεούς τους άλλους :
« Πατέρα Δία κι εσείς οι επίλοιποι θεοί, και τούτος δώστε,
ο γιος μου, όπως εγώ περίλαμπρος μέσα στους Τρώες να γένει,
άντρας τρανός, και πολυδύναμα την Τροία να κυβερνήσει ·
κι ένας να πει : ,,πολύ καλύτερος απ᾿ το γονιό του ετούτος,΄΄
σα θα γυρίζει από τον πόλεμο με κούρσα αιματωμένα
οχτρού που σκότωσε, κι η μάνα του βαθιά ν᾿ αναγαλλιάσει. »


Ο Έκτορας αποχαιρετά την Ανδρομάχη και τον γιο του, Αστυάνακτα
(σχέδιο του Δανού γλύπτη Bertel Thorvaldsen, 1804 | πηγή εικόνας)

   Η σκηνή εξελίσσεται δίπλα στην πύλη τής Τροίας. Εκείνη τη στιγμή, λίγο παραέξω σκοτώνεται κόσμος· οι δυο άνδρες μπορεί να μην γυρίσουν ποτέ ξανά σπίτι τους. Όμως αυτά για μια στιγμή ξεχνιούνται.
   Η προηγούμενη αυτών ραψωδία είναι αφιερωμένη στην αριστεία τού Διομήδη, ο οποίος διαπρέπει κατατροπώνοντας τους αντιπάλους. Με τη βοήθεια της Αθηνάς, φτάνει να τραυματίζει την Αφροδίτη και τον ίδιο τον Άρη, που υποστήριζαν το στρατό των Τρώων. Ο πολεμοχαρής θεός τραυματισμένος τρέχει στον πατέρα του, Δία, να κλαφτεί. Να τι σκέφτεται για τον πόλεμο ο επικεφαλής του νέου Δωδεκάθεου που εκτόπισε τις αιμοσταγείς θεότητες του παρελθόντος:

[ Ιλιάδα Ε888-898 ]

   Κι είπεν ο Δίας ταυροκοιτώντας τον ο νεφελοστοιβάχτης :
« Τι μού' ρχεσαι κοντά, πεντάγνωμε, και κλαψουρίζεις τώρα ;
Απ᾿ τους θεούς του Ολύμπου οχτρεύομαι πιο πάνω εσένα απ᾿ όλους ·
τι πάντα πόλεμοι σου αρέσουνε, συνερισιές κι αμάχες.
Έχεις της μάνας σου το αλύγιστο που δε βαστιέται πείσμα,
της Ήρας, που μαλλιάζει η γλώσσα μου, μαζί μου ως να συγκλίνει.
Και τώρα εκείνη λέω πως σ᾿ έσπρωξε για να τραβήξεις τόσα.
Μα κι άλλο εσύ να βασανίζεσαι κι εγώ δε θέλω τώρα ·
σε γέννησε από μένα η μάνα σου κι είσαι γενιά δικιά μου.
Μ᾿ αν ήταν άλλος ο πατέρας σου, στριμμένε, χρόνια τώρα
θα σ᾿ είχα ρίξει μες στα Τάρταρα, πιο κάτω απ᾿ τους Τιτάνες. »


Η μονομαχία Άρη και Αθηνάς
(ελαιογραφία τού Jacques-Louis David, 1771 | πηγή εικόνας)

   Ο Άρης ηττάται ξανά στην Ιλιάδα αργότερα, σε μονομαχία του με τη θεά τής σοφίας (Φ391κ.ε.).
   Όπως ο Διομήδης με το Γλαύκο, δώρα ανταλλάσσουν μεταξύ τους και ο Αίαντας με τον Έκτορα μετά την μονομαχία τους (Η287κ.ε.). Λίγο αργότερα, ο Νέστορας πείθει τους Αχαιούς να κάνουν ανακωχή για να μπορέσουν τα αντίπαλα στρατόπεδα να πάρουν τους νεκρούς τους που σάπιζαν στο πεδίο τής μάχης (Η323κ.ε.). Στο διάλειμμα αυτό μπόρεσε να χτιστεί το τείχος που οχύρωσε τα πλοία των Αχαιών, έργο που έγινε απαραίτητο λόγω της αποχής τού Αχιλλέα και των Μυρμιδόνων από τον πόλεμο. Επίσης, μετά το θάνατο του Έκτορα οι Αχαιοί κάνουν αγώνες προς τιμήν τού νεκρού Πάτροκλου, ενώ ο πόλεμος έχει διακοπεί (Ψ259κ.ε.) – όπως γινόταν και κατά την Ολυμπιακή εκεχειρία. Φαίνεται πως ο Όμηρος διάλεξε να περιγράψει την σημαντικότερη μέχρι τότε σύρραξη, όχι για να εκθειάσει τον πόλεμο, αλλά για να τον ξεπεράσει· να βοηθήσει το ανθρώπινο πνεύμα να προχωρήσει.

Η γέννηση της Αθηνάς από το κεφάλι τού Δία
(πρόπλασμα των γλυπτών τού ανατολικού αετώματος του Παρθενώνα | πηγή εικόνας)

   Παρ΄όλα αυτά, μέχρι την τελευταία ραψωδία η εκδικητική μανία τού Αχιλλέα δεν έχει κοπάσει ακόμα. Ο ήρωας συνεχίζει να βράζει, παρ΄ ότι ο Έκτορας είναι νεκρός και το πτώμα του έχει βεβηλωθεί για μέρες. Ο Όμηρος δείχνει πως η εκδίκηση δεν μπορεί να φέρει καμία λύτρωση στην ψυχή, και αναφέρει πως με θεϊκή παρέμβαση το άταφο σώμα τού ήρωα διατηρήθηκε ανέπαφο. Οι νέοι κυρίαρχοι του Ολύμπου επιβάλλονται στα κτηνώδη ένστικτα. Ο Δίας δεν τρώει τα παιδιά του, όπως έκανε ο Κρόνος. Ίσως να επιβάλλεται ακόμα με το φόβο, όμως τις περισσότερες φορές δεν χρειάζεται να κάνει πράξη τις απειλές του και, αντί να κατακεραυνώνει, γεννά σοφία απ΄το κεφάλι του. Ο Αχιλλέας έρχεται στα συγκαλά του μόνο όταν οι θεοί αυτοί επιτρέπουν στον Πρίαμο να περάσει αθέατος τη φρουρά τού στρατοπέδου των Αχαιών (Ω443κ.ε.) και να ικετέψει τον εχθρό του να του παραδώσει πια το σώμα τού νεκρού γιου του (Ω477κ.ε.). Μετά την ταφή τού Έκτορα, ο Τρωικός Πόλεμος θα ξαναφουντώσει, όμως η Ιλιάδα τελειώνει εδώ. Ο Όμηρος έχει πει αυτά που ήθελε, όμως δεν τον ακούνε όλοι με τον ίδιο τρόπο.