Υγιής Αυτοθεώρηση

Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2013

Αν ανάμεσα στους Έλληνες ο Αχιλλέας είναι ο τρομερότερος πολεμιστής – αν και ο πιο εγωπαθής  και ο Οδυσσέας είναι ο πιο ευφυής, από τους Τρώες, ο Έκτορας είναι ο πιο φιλότιμος, ευσυνείδητος και συγκροτημένος, αλλά συνάμα και ο πιο ανθρώπινος (όπως φαίνεται σε πολλά υπέροχα επεισόδια της Ιλιάδας και ιδιαίτερα σε αυτό του θανάτου του). Από την άλλη, ο αδελφός του, ο Αλέξανδρος (ευρύτερα γνωστός ως 'Πάρης'), αν και όχι ανδρείος, φαίνεται πως είναι αυτός
με την πιο ισορροπημένη αυτοθεώρηση. Η συμφιλίωση με αυτό που είναι πραγματικά κάποιος είναι αρετή πολύτιμη, ιδιαίτερα όταν έχει να σηκώσει ενοχές για το ότι έγινε αφορμή μιας ολόκληρης εκστρατείας εναντίων τής χώρας του.

Η μονομαχία Πάρη - Μενέλαου
(ελαιογραφία τού Kasseler Tischbein | πηγή εικόνας)

   Όταν στην ραψωδία Γ ξεκινά η μάχη, ο Πάρης αρχικά κάνει τον παλικαρά, όμως μόλις έρχεται αντιμέτωπος με τον άντρα τής Ελένης, Μενέλαο, δειλιάζει και, ενστικτωδώς, τρέχει να κρυφτεί πίσω από τους στρατιώτες του – συμπεριφορά που τον εκθέτει και τον ντροπιάζει. Ακόμα και μετά από ένα τέτοιο λάθος όμως ο Πάρης δεν το βάζει κάτω.

[ Ιλιάδα, Γ38-75 ]

Κι ο Έχτορας, ως τον είδε, με άσκημα τον αποπήρε λόγια: 
« Πάρη, Κακόπαρη, πανέμορφε και γυναικά και πλάνε,
να μη γεννιόσoυv λέει για ανύπαντρος πιο πρώτα να χανόσουν ! 
Αχ πώς θα το 'θελα ! Καλύτερα χίλιες φορές αλήθεια, 
παρά του κόσμου που κατάντησες ντροπή και καταφρόνια. 
Στα γέλια πώς οι μακρομάλληδες θα σκούνε τώρα Αργίτες, 
που μπροστομάχο σε λογάριαζαν τρανό, τι αλήθεια κι έχεις 
όμορφη ειδή, μα μήτε δύναμη μήτε καρδιά καθόλου.
Και τέτοιος πού' σουν πώς εμάζευες συντρόφους μπιστεμένους, 
και μες στα πλοία τα πελαγόδρομα το πέλαο πώς εδιάβης ; 
Πώς έσμιξες με ξένους κι έκλεψες την όμορφη γυναίκα 
πέρα μακριά, που συμπεθέριαζε με καστροπολεμίτες—
μεγάλη συφορά στον κύρη σου, στην Τροία και στο λαό της, 
τρανή αναγάλλια στους αντίμαχους, ντροπή στον ίδιο εσένα ; 
Δε σου βαστάει τον πολεμόχαρο Μενέλαο ν᾿ αντικρίσεις ; 
Θά' βλεπες τότε τίνος νιόκαλη κρατάς εσύ γυναίκα ! 
Ποιό θά' χεις διάφορο απ᾿ τη λύρα σου κι από της Αφροδίτης 
τα δώρα—πρόσωπο, σγουρόμαλλα—σαν κυλιστείς στη σκόνη ; 
Πολύ κι οι Τρώες μαθές δειλόκαρδοι, τι αλλιώς θα σού' χαν κιόλας 
φορέσει πέτρινο πουκάμισο  για όσο κακό έχεις κάνει. »
   Και τότε ο θεόμορφος Αλέξαντρος απηλογιά τού δίνει:
« Έχτορα, αλήθεια δίκια τά' βαλες, όχι άδικα μαζί μου ·
πάντα η καρδιά σου εσένα αλύγιστη, σαν πέλεκας που σκίζει 
το ξύλο ως κάτω και τη δύναμη τού ξυλοκόπου αυξαίνει,
ως πελεκάει με τέχνη, θέλοντας καράβι να σκαρώσει.
Όμοια καρδιά και συ ανελέημονη βαθιά κρατάς στα στήθη.
Της Αφροδίτης της πανέμορφης μη μου χτυπάς τα δώρα ·
τι ό,τι ακριβό οι θεοί μας χάρισαν του πεταμού δεν είναι,
ατοί τους σαν το δίνουν · μόνος του κανένας δεν το παίρνει.
Μα τώρα αν θες να μπω στον πόλεμο και στις χτυπιές της μάχης,
τους άλλους Τρώες να κάτσουν πρόσταξε και τους Αργίτες όλους,
και βάλτε εμένα και τον άτρομο Μενέλαο μοναχούς μας
για την Ελένη να παλέψουμε κι όλο το βιος  στη μέση · 
κι όποιος μας δείξει δυνατότερος στο τέλος και νικήσει,
ας πάρει φεύγοντας αλάκερο το βιος και τη γυναίκα.
Κι οι άλλοι μαθές αγάπη κάνοντας και μπιστεμένους όρκους
ζήστε στην πλούσια Τροία, κι ας γύρουνε στο αλογοθρόφο το Άργος
εκείνοι και στην άλλη χώρα τους την ωριογυναικούσα. »


   Αργότερα στη μονομαχία, τα πράγματα πάλι δεν πηγαίνουν καλά για τον Πάρη. Αυτή τη φορά όμως ο Όμηρος λέει ότι τον φυγαδεύει η Αφροδίτη, για την οποία προηγουμένως είχε μιλήσει με ευσέβεια παρά τα ντροπιαστικά λόγια τού Έκτορα.