Μια Ταυτόχρονη Ματιά στα Δύο Έπη

Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2013

Tα έπη του Ομήρου μας ξεκινούν έτσι (νεοελληνική απόδοση: Καζαντζάκη-Κακριδή):

Μῆνιν ἄειδε θεὰ  Πηληϊάδεω Ἀχιλῆος
οὐλομένην, ἣ μυρί᾿ Ἀχαιοῖς ἄλγε᾿ ἔθηκε,
Τη μάνητα, θεά, τραγούδα μας του ξακουστού Αχιλλέα,
ανάθεμα τη, πίκρες που 'δωκε στους Αχαιούς περίσσιες
  
Άνδρα μοι ἔννεπε, μοῦσα, πολύτροπον, ὃς μάλα πολλὰ
πλάγχθη, ἐπεὶ Τροίης ἱερὸν πτολίεθρον ἔπερσεν:
Τον άντρα, Μούσα, τον πολύτροπο τραγούδα μου, που πλήθος
διάβηκε τόπους, αφού πάτησε της Τροίας το κάστρο το άγιο,

   Και στα δύο, μέχρι το στίχο 10 έχει γίνει ήδη η παρουσίαση όλων όσων ακολουθούν. Δεν θα μπορούσαν να είναι πιο περιεκτικές οι εισαγωγές τους.
   Η Ιλιάδα τραγουδά την «μνιν», δηλ. το μένος, την οργή τού νεαρού Αχιλλέα · η Οδύσσεια, τις περιπέτειες του «πολύτροπου», δηλ. του πολύπειρου και πολύπλευρου Οδυσσέα. 
   Τα θέματα των έργων είναι διαφορετικά, όπως είναι διαφορετικές και οι προσωπικότητες των δύο κεντρικών ηρώων τους. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορούν να απομονωθούν το ένα από το άλλο, καθώς βρίσκονται σε διαρκή συνομιλία μεταξύ τους για τη ζωή και το θάνατο. Υπάρχει στην Ιλιάδα ένα σημείο που το αναδεικνύει αυτό.

Ο Αχιλλέας θρηνεί τον θάνατο του Πάτροκλου
(ελαιογραφία τού Gavin Hamilton | πηγή εικόνας)

   Μετά το θάνατο του Πάτροκλου, οι Αχαιοί συγκαλούνται σε σύναξη. Υπό την κρισιμότητα της περίστασης, Αγαμέμνονας και Αχιλλέας συμφιλιώνονται και οι αρχηγοί συσκέπτονται για ν' αποφασίσουν το πώς θα δράσουν στο εξής.

[ Ιλιάδα, Τ198-237 ]

   Τότε ο Αχιλλέας ο φτεροπόδαρος του απηλογήθη κι είπε:
«Υγιέ του Ατρέα, τρανέ Αγαμέμνονα, ρηγάρχη τιμημένε,
μια άλλη φορά μπορείτε, αργότερα, για τούτα να γνοιαστείτε,
σαν τύχει αναπαή στον πόλεμο να κάνουμε μιαν ώρα
και δε θα βράζει τόσο η μάνητα μες στα δικά μου στήθια.
Μα τώρα που οι δικοί μας κοίτουνται στο χώμα, σπαραγμένοι
από τον Έχτορα, σαν τού' δωκεν ο Δίας τη νίκη—τώρα
να στρώσουμε τραπέζι θέλετε ; Καλύτερο θαρρώ' ναι
να βγουν αφάγωτοι, αγιομάτιστοι να χτυπηθούν οι Αργίτες
τούτη την ώρα ευτύς · κι αργότερα, στου ηλιού το γέρμα, δείπνο
πλούσιο ας γνοιαστούμε πια, σα θά' χουμε ξοφλήσει τη ντροπή μας.
Όμως πιο πριν κρασί δε δύνεται κι ουδέ φαγί ο λαιμός μου
να κατεβάσει · μένα ο σύντροφος σκοτώθη ! Σπαραγμένος
με κοφτερό χαλκό μού κοίτεται μες στο καλύβι τώρα,
κατά την ξώπορτα κοιτάζοντας, και γύρα του οι συντρόφοι
θρηνούν. Γι' αυτά λοιπόν δε γνοιάζομαι, που λέτε εσείς, καθόλου ·
αίμα ζητώ, σφαγή και γόσματα φριχτά των πολεμάρχων !»
   Τότε ο Οδυσσέας ο πολυκάτεχος του απηλογήθη κι είπε:
«Γιε του Πηλέα, που ο πιο λιοντόκαρδος στους Αχαιούς λογιέσαι,
έχεις αντρειά από μένα πιότερη, περνάς με στο κοντάρι
πολύ, μα λέω κι εγώ στη φρόνεψη πως σε νικώ περίσσια ·
τι είμαι από σένα γεροντότερος και πιο πολλά κατέχω.
Υπομονή λοιπόν στα λόγια μου τώρα η καρδιά σου ας κάνει.
Γοργά μπουχτίζεις απ' τον πόλεμο, που πλήθια απά στο χώμα
σκορπίζει γύρα το δρεπάνι του τα θερισμένα αστάχυα ·
κι είναι η σοδειά σου κακορίζικη, τη ζυγαριά σαν κλίνει
ο Δίας, που κυβερνάει τον πόλεμο στης γης το ανθρωπολόγι.
Οι Αργίτες το νεκρό δε γίνεται με την κοιλιά να κλάψουν,
τι πλήθιοι απανωτοί σωριάζουνται στο χώμα κάθε μέρα ·
πότε λοιπόν από τον κάματο κανείς να ξανασάνει ;
Ωστόσο εμείς όποιον σκοτώνεται να θάβουμε ταιριάζει
με ανέσπλαχνη καρδιά, θρηνώντας τον τη μέρα εκείνη μόνο.
Κι όσοι γλιτώνουν απ' τον πόλεμο τον άγριο, ας μην ξεχνούνε
να τρων, να πίνουν, νά' χουν δύναμη, με πιο μεγάλο πείσμα
δίχως ξανάσα τους αντίμαχους να πολεμούμε πάντα,
χαλκό φορώντας ακατάλυτο. Μα τώρα ομπρός, κανένας
να μη χασομερά, προσμένοντας να πάρει κι άλλη διάτα ·
τι όποιος προσμένει κι άλλη διάτα μας βαριά θα το πλερώσει,
στα πλοία που θα βρεθεί τ' αργίτικα. Λοιπόν μαζί ας ριχτούμε
πάνω στους Τρώες τους αλογάρηδες, χτυπώντας τους με λύσσα.»