Στη γη των Φαιάκων, ο αοιδός Δημόδοκος τραγουδά στην ομήγυρη
για τα καμώματα τής Αφροδίτης με τον Άρη και πώς ο απατημένος Ήφαιστος
καταφέρνει να τους παγιδεύσει στο κρεβάτι τη στιγμή των περιπτύξεων και να τους
ξεμπροστιάσει στους άλλους θεούς.
[ Οδύσσεια θ 321-342 ]
Σαν είπε αυτά, στο χαλκοκάτωφλο συνάχτηκαν παλάτι
οι αθάνατοι οι άλλοι: ήρθεν ο Απόλλωνας ο μακροσαγιτάρης,
κι ο Ποσειδώνας ήρθε, κι έτρεξε κι ο Ερμής ο πρωτοκλέφτης,
και μοναχά οι θεές στα σπίτια τους από ντροπή απομείναν.
Κι οι αγαθοδότες όπως στάθηκαν, οι τρισμακαρισμένοι
θεοί στην πόρτα αντίκρυ, σε άσβηστο ξεσπάσαν όλοι γέλιο,
του Ηφαίστου ως είδαν του πολύβουλου τα δίχτυα και τους δόλους ·
κι έτσι μιλούσεν ο καθένας τους στο διπλανό γυρνώντας:
«Καμιά δουλειά κακή δεν πρόκοψε · τον γρήγορο τον φτάνει
ο σιγανός. Για ιδές τον Ήφαιστο, που τσάκωσε τον Άρη,
κουτσός, αργός, τον πιο γοργόποδο μες στους θεούς του Ολύμπου,
με δόλο. Τώρα για το ντρόπιασμα χρωστάει κι απανωτίμι!»
Τέτοια σταυρώναν συναλλήλως τους εκείνοι λόγια τότε,
κι ο Απόλλωνας ο ρήγας μίλησε του Ερμή και τέτοια τού' πε:
«Ερμή, του Δία γιε αγαθόδωρε, για πες μου, ψυχολάτη,
με τη χρυσή Αφροδίτη δίπλα σου θα τό' θελες στο στρώμα
να κοίτεσαι και νά' σαι με άλυτα πλεμάτια αλυσωμένος;»
Κι ο ψυχολάτης του αποκρίθηκεν Αργοφονιάς και τού' πε:
«Μακάρι, μακρορίχτη Απόλλωνα! Κι ας ήταν ένα γύρο
τρεις φορές τόσα δίχτυα αρίφνητα να ζώνουν το κορμί μου,
και σεις, θεοί, κι οι θέαινες όλες τους να μας θωρείτε, φτάνει
με τη χρυσή Αφροδίτη δίπλα μου να κοίτουμαι στο στρώμα!»
Απολαυστικό απόσπασμα από την "Ελληνική Μυθολογία" τού Νίκου Τσιφόρου:
Ήτανε, το λοιπόν, μια θεά, Αφροδιτάκι τ' όνομα, ένας κόμματος ξεγυρισμένος και γεμάτος, φρεγάδα να πούμε και γοργόνα, να την βλεφαριάζης και να λυώνη ο χαλβάς στο σάλιο σου. Αλλά όπως όλαι αι ωραίαι, χαζή δώδεκα καράτια...
Ήτανε, το λοιπόν, μια θεά, Αφροδιτάκι τ' όνομα, ένας κόμματος ξεγυρισμένος και γεμάτος, φρεγάδα να πούμε και γοργόνα, να την βλεφαριάζης και να λυώνη ο χαλβάς στο σάλιο σου. Αλλά όπως όλαι αι ωραίαι, χαζή δώδεκα καράτια...
Η θεά είχε κι' έναν
άντρα καλόν και δουλευτή, με δικά του εργοστάσια, με υψικάμινους να πούμε,
τεχνίτη μεγάλονε και άνθρωπο μετρημένο. Νοικοκύρη, κουβαλητή, αφωσιωμένο κι' όπως
πρέπει, Ήφαιστος τ' όνομά του, θεός το επάγγελμα και πολύ αξιοσέβαστος.
Μάλιστα!
Τώρα είχε και κάτι
κουσουράκια ατομικά ο σύζυγος. Λίγο κουτσός, κοντός, άσχημος, τέτοια. Όμως αυτά
στους συζύγους δεν παίζουνε ρόλο. Άμα η κυρά έχη μυαλό, δεν τα κυττάει. Καλός
νάναι, κύριος νάναι και η ομορφιά βράστηνε. Καθόσον οι ομορφιές περνάνε, ο
άντρας μένει...
Η Αφρόδω, όμως,
ήτουνε θηλυκό χίλια τα εκατό. Αντί να στρωθή και να μπαλώση κανά σώβρακο, νάχη
το μυαλό της στο σπίτι της, να βολεύεται αξιοπρεπώς και κυριίστικα, έσιαχνε το
μαλλί, κόλλαγε μαύρο στο μάτι κι' έπαιρνε σβάρνα τις ρούγες να την
καμαρώσουνε...
Ημέραν τινά,
λοιπόν, νάσου κι' έρχεται φάτσα με φάτσα με τον λεβέντη τον σπειρουνάτο.
Την είδε ο Άρης,
μεσάτος και χτυπητός, γυαλίζανε οι επωμίδες του και κατσαρόλιαζε η περικεφαλαία
του, και μόλις την έκοψε, την χαλβάδιασε.
— Αμάν, μανάρα
μου...
Η Αφρόδω, αντίς να
μη μιλήση και να του γυρίση τις πλάτες ως πράτουσι οι σοβαρές κότες, έκανε
δήθεν άγρια:
— Α να χαθής, κρύε.
Έτσι και πη η γυνή
σ' έναν που θα την πειράξη «α να χαθής κρύε», πάει το δάγκωσε το σκουληκάκι,
στο δόλωμα. Διότι ο Άρης το πήρε αφορμή για λακρεντί.
— Κρύος εγώ, μαντάμ;
— Μα λέτε κουταμάρες.
— Μετά του συμπάθειου, αλλά δεν είναι
κουταμάρες, είναι θαυμασμός στην καλλονή σας. Καλέ τι μάτια είναι αυτά! Τι
στόμας! Τι κορμάρα!...
Χαμογέλασε η λιολιόγκω.
— Είστε κόλακας.
— Περικαλώ...
Τέτοια και
καταλήξανε «πάμε να πάρουμε μια μπύρα;». Πήγανε να την πάρουνε τη μπύρα...
Ως λέγει και η ρεκλάμα. «Η μπύρα κάνει καλό» — και βεβαίως
κάνει καλό σε κείνους που την κατασκευάζουνε και την πουλάνε και πλουτίζουνε —
να και δεύτερο μπουκάλι, να και τρίτο, λέει ο Άρης:
— Πότε θα σας ξαναδώ;
— Αχ, ξέρετε, ο
άντρας μου είναι αυστηρός...
Τέτοια.
Αλλά τον είδε, τον
ξανάδε, και στο τέλος, μια μέρα που έλειπε ο Ήφαιστος — είχε πάει για
παλιοσίδερα — του κάνει μόρτικα:
— Καλέ δεν ερχούστε απέ το σπίτι που θα σας
τρατάρω και γλυκό του κουταλιού;
Πήγε ο Άρης στο
σπίτι της με το λελουδικό του και τα φοντάνια του, και κατά πως τα λέει ο
μπάρμπα Όμηρος, ε... Δηλαδή μάλιστα. Έγινε ο κύριος Ήφαιστος που έλειπε, ένα
κερατάκι από τα πιο εκλεκτά...
Σ' αυτές τις
δουλειές είναι να μη γίνη αρχή. Έτσι και γίνη αρχή δεν μαζεύονται μετά. Το
οποίον πέσανε στο πετιμέζι το παράνομο οι δυο θεοί και το ζαχαρώνανε
καθημερινώς.
Άρχισε και το
σούσουρο.
— Ξέρετε...
— Λέγουσιν ότι...
— Καλέ τι νομίζετε και λέγουσιν; Εδώ πια ο
κόσμος τώχει τούμπανο και νομίζετε;
Μόνο ο φουκαράς ο
Ήφαιστος δεν είχε ιδέα, διότι ως λέγουσι οι Γάλλοι, σπεσιαλίστες στην υπόθεση
«κέρατο», ο σύζυγος το μαθαίνει πάντα τελευταίος. Βρέθηκε όμως από πάνω ο Ήλιος,
που λόγω υψηλής θέσεως τα μπάνιζε όλα και δεν το χώνευε να κοροϊδεύουνε το
ανθρωπάκι έτσι αναίσχυντα. Τον φώναξε, το λοιπόν, και του ξηγήθηκε:
— Ηφαιστάκο, αδερφέ
μου, θα σου πω κάτι αλλά μη σου κακοφανή...
— Τι είναι;
— Λεπτόν το ζήτημα, αλλά ως φίλος...
— Λέγε, ρε.
— Η κυρά σου...
— Η Αφροδίτη;
— Δηλαδή με τον
Άρη...
Ο Ήφαιστος
κιτρίνισε.
— Δεν είναι δυνατόν.
— Δυνατόν δεν είναι, αλλά το κέρατό σου σπάει
καράφα..
— Πρόσεχε τα λόγια σου.
— Και συ πρόσεχε το
μέτωπό σου.
Κατάλαβε ο
Ήφαιστος, δεν τον κοροϊδεύανε και καταστεναχωρέθηκε... «Η Αφρόδω μου να μου
κάνη τέτοια ζημιά; Που την έχω στο ώπα - ώπα... Που δεν της λείπει τίποτα;»...
— Ρε φίλε, είπε ο Ήλιος, έτσι γίνεται. Άμα τις
έχης στα ώπα - ώπα και τις κυττάς στα μάτια τότε στη φέρνουνε... Ας την άφηνες
νηστική κι' ας την έδερνες τρεις φορές την ημέρα, να δης, θα καθότανε κερί
αναφτό;... Αλλά βρίσκουνε και τα κάνουνε.
Δε μίλησε ο
Ήφαιστος, δαγκώθηκε μονάχα και συλλογιζότανε πώς να τους πιάση και να τους κάνη
ρεζίλι... Κατέβηκε, λοιπόν, στο εργαστήρι του, πήρε σύρμα λεπτό και φτιάνει ένα
δίχτυ αόρατο που να μη σπάη με τίποτα.
Μόλις και το
σκάρωσε, ανέβηκε σπίτι του και το άπλωσε πάνω στο κρεβάτι.
Τεχνίτης ήτουνε, τα
ετοίμασε όλα στην πέννα και μετά έκανε ότι έλαβε τηλεγράφημα.
— Ωχ, πρέπει τώρα
να πάω στη Λήμνο...
— Τι να κάνης στη Λήμνο; ρώτησε η Αφροδίτη.
— Δουλειές μωρέ. Ας το διάλο πια.
Η Αφροδίτη δήθεν
στεναχωρέθηκε.
— Και συ μ' αυτές τις δουλειές. Όλο μόνη μ'
αφήνεις. Εγώ θα ρέψω στη μοναξιά.
— Τι να γίνη, μανούλα μου;... Εδώ κατζάμου
εργοστάσιο έχουμε. Να τ' αφήσουμε να ρημάξη;
Η Αφροδίτη μαλάκωσε.
— Καλά, Τοτό μου, να πας. Αλλά δεν θ' αργήσης
ε;
— Μπα. Αύριο θάμαι δω.
Φιληθήκανε κι' οι
δυο υποκριτικά κι' έφυγε ο Ήφαιστος. Δεν είχε φτάσει στη γωνία, πήρε η Αφρόδω
το τηλέφωνο.
— Άρη, έλα.
— Τι;
— Ξεκουμπίστηκε, πάει στη Λήμνο...
— Έφτασα. Να κάνω
μπάνιο;
— Ναι, κάνε, αλλά μη βάλης λεβάντες... Δε μ'
αρέσει η μυρωδιά.
Ήρθε, λοιπόν,
μπανιαρισμένος ο Άρης και για να παραλείψουμε τα σόκιν, πέσανε στο κρεβάτι.
Μόλις πέσανε, το δίχτυ του μάστορα έκλεισε και τους τσάκωσε μέσα.
Κάνουνε έτσι,
έχουνε πιαστή άσχημα.
— Τώρα; λέει ο Άρης.
— Λες να την έκανε
ο άντρας μου;
— Αμ ποιός άλλος;
Παλεύανε, παλεύανε,
το δίχτυ δεν άνοιγε, ούτε έσπαζε, ούτε τίποτα. Και στο μεταξύ ο Ήφαιστος, που
δεν πήγε στη Λήμνο, είδε τ' αποτελέσματα της δουλειάς του και τρέχει στον
Όλυμπο.
— Δία, λέει, και
σεις οι άλλοι, ελάτε να δήτε το χάλι μου.
Τρέχουνε όλοι, στέκονται στην πόρτα και βλέπουνε τι έγινε.
Βάλανε τα γέλια, πιάσανε την καζούρα, έγινε κακό μεγάλο...
