Tα έπη του Ομήρου μας ξεκινούν έτσι (νεοελληνική απόδοση: Καζαντζάκη-Κακριδή):
Μῆνιν ἄειδε θεὰ Πηληϊάδεω Ἀχιλῆος
οὐλομένην, ἣ μυρί᾿ Ἀχαιοῖς ἄλγε᾿ ἔθηκε,
Τη μάνητα, θεά, τραγούδα μας του ξακουστού Αχιλλέα,
ανάθεμα τη, πίκρες που 'δωκε στους Αχαιούς περίσσιες
Άνδρα μοι ἔννεπε, μοῦσα, πολύτροπον, ὃς μάλα πολλὰ
πλάγχθη, ἐπεὶ Τροίης ἱερὸν πτολίεθρον ἔπερσεν:
Τον άντρα, Μούσα, τον πολύτροπο τραγούδα μου, που πλήθος
διάβηκε τόπους, αφού πάτησε της Τροίας το κάστρο το άγιο,
Και στα δύο, μέχρι το στίχο 10 έχει γίνει ήδη η παρουσίαση όλων όσων ακολουθούν. Δεν θα μπορούσαν να είναι πιο περιεκτικές οι εισαγωγές τους.
Η Ιλιάδα τραγουδά την
«μῆνιν», δηλ. το μένος, την οργή τού νεαρού Αχιλλέα · η Οδύσσεια, τις περιπέτειες του
«πολύτροπου», δηλ. του πολύπειρου και πολύπλευρου Οδυσσέα.
Τα θέματα των έργων είναι διαφορετικά, όπως είναι διαφορετικές
και οι προσωπικότητες των δύο κεντρικών ηρώων τους. Παρ’ όλα
αυτά, δεν μπορούν να απομονωθούν το ένα από το άλλο, καθώς βρίσκονται σε διαρκή
συνομιλία μεταξύ τους για τη ζωή και το θάνατο. Υπάρχει στην Ιλιάδα ένα σημείο που το
αναδεικνύει αυτό.