Επανάσταση

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014

Παρά τις δυσκολίες τού ταξιδιού στο απρόβλεπτο Αιγαίο, τα πλοία τού Οδυσσέα θα είχαν φτάσει πολύ νωρίτερα στην Ιθάκη. Μετά από τη χώρα των Κυκλώπων, ο στόλος έφτασε στην Αιολία, το νησί τού κυβερνήτη των ανέμων. Ο Αίολος τούς φιλοξενεί και τους βοηθά κλείνοντας τους ανέμους σε έναν ασκό που τους δίνει, και εξαιρώντας μόνο τον δυτικό ούριο άνεμο για να τους πάει άκοπα στην χώρα τους. Όμως τα πράγματα πήραν άσχημη τροπή, ακριβώς τη στιγμή που όλα έμοιαζαν να τελειώνουν αισίως.

[ Οδύσσεια κ23-52]

Μετά στο πλοίο το ασκί καλόδεσε με αστραφτερό, ασημένιο
γαϊτάνι, η πιο τυχόν ανάλαφρη πνοή να μην ξεφεύγει ·
κι αφήκε μοναχά το Ζέφυρο να μας φυσάει, να σπρώχνει
τα πλοία κι εμάς – του κάκου επάλευε να μας σταθεί στο δρόμο,
τι εμείς χαθήκαμε απ᾿ τις ίδιες μας τις ανεμυαλοσύνες !
   Εννιά μερόνυχτα αρμενίζαμε, νυχτόημερα, κι απάνω
στις δέκα ομπρός μας ξεχωρίσαμε τη γη την πατρική μας,
κι όσο ζυγώναμε, θωρούσαμε και τις φωτιές που ανάβαν.
Μα ως είχα πια αποκάμει, ολόγλυκος με πήρε ξάφνου ο γύπνος ·
άλλον δεν είχα αφήσει σύντροφο να κυβερνάει τη σκότα,
μονάχα εγώ, μιαν ώρα αρχύτερα να πάμε στην πατρίδα.
Και πήραν τότε συναλλήλως τους και λέγαν οι συντρόφοι,
τάχα απ᾿ τον Αίολο, τον τρανόκαρδο του Ιππότη γιο, χρυσάφι
κι ασήμι επήρα δώρο, σπίτι μου για να το κουβαλήσω ·
κι έτσι μιλούσεν ο καθένας τους στο διπλανό γυρνώντας :
,, Πόση τιμή κι αγάπη χαίρεται, για ιδές, στον κόσμο τούτος,
σε όποιων θνητών μαθές κι αν έρχεται το κάστρο και τη χώρα !
Από της Τροίας τα κούρσα αρίφνητα μαζί του φέρνει πλούτη
πανέμορφα · κι εμείς, που η στράτα μας με τούτου στάθηκε ίδια,
με άδεια τα χέρια στην πατρίδα μας διαγέρνουμε όλοι πίσω.
Δέτε και τώρα τι του εχάρισεν απ' την πολλή του αγάπη
ο ρήγας Αίολος · κάντε γρήγορα, να ιδούμε τι είναι τούτα,
σαν πόσο ασήμι, πόσο μάλαμα στο ασκί του μέσα κρύβει. ’’
   Λέγαν οι σύντροφοι, και νίκησε μια τόσο ανόητη γνώμη.
Μα ως έλυσαν το ασκί και χύθηκαν όλοι μεμιάς οι ανέμοι,
γοργά ένας σίφουνας τους ξέσυρε βαθιά στο πέλαο μέσα,
μακριά απ' τη γη μας · απ' τους θρήνους τους ορθός κι εγώ πετιέμαι ·
και τότε μες στην αψεγάδιαστη καρδιά μου αναρωτιόμουν,
τάχα να πέσω απ' το καράβι μου και να πνιγώ στο κύμα,
για υπομονή να κάνω αμίλητος και στη ζωή να μείνω ;


   Είναι ξεκάθαρο. Οι ναύτες αντικρίζουν τις εστίες τους μετά από τόσα χρόνια πόλεμο και ταραχώδη περιπλάνηση, μα αντί να νιώσουν αγαλλίαση, υπερτερεί κάτι άλλο. Είναι σα να λένε «Εμείς εκεί, στο μεροδούλι μεροφάι πάλι δεν γυρίζουμε· θέλουμε καλύτερο μερτικό, καλύτερη μοίρα. Αρκετά!». Και ανοίγει ο ασκός τού Αιόλου.
   Το περιστατικό τής Οδύσσειας πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο της εποχής. Ο Όμηρος δημιουργεί εμπνεόμενος από τους θρύλους τής παράδοσης, αλλά και επηρεαζόμενος από την εποχή του, η οποία ήταν μεταβατική. Τα πληρώματα των Θιακών δεν είναι δούλοι, είναι ελεύθεροι, χωρίς όμως περιουσία, άνθρωποι που ζουν από βαριές χειρωνακτικές εργασίες και δεν απολαμβάνουν καμία απολύτως προστασία. Στην Ιθάκη αυτοί είναι ίσως σε χειρότερη μοίρα ακόμα και από τους δούλους, οι οποίοι είχαν την προστασία των πλούσιων αφεντικών τους. Το περιστατικό αυτό, όπως και αυτά που θα διαδραματιστούν με τους μνηστήρες στο παλάτι τού Οδυσσέα μετά την επιστροφή του, μιλούν ουσιαστικά για μεγάλες κοινωνικές ανακατατάξεις κατά τη διάρκεια της μεταβατικής αυτής περιόδου στο λυκόφως τού μυκηναϊκού πολιτισμού – ο Μ. Καραγάτσης μάς βοηθά να καταλάβουμε πως είχαν τα πράγματα σε απόσπασμα που παρατίθεται παρακάτω.
   Η θύελλα παρασύρει τον στόλο των Θιακών μακριά και τους ρίχνει πίσω στην Αιολία, όπου τους διώχνουν με βδελυγμία και, στη συνέχεια, στη χώρα των Λαιστρυγόνων, ανθρωποφάγων γιγάντων. Εκεί βυθίζονται αύτανδρα όλα τα πλοία εκτός από αυτό του Οδυσσέα.

Οι Λαιστρυγόνες επιτίθονται στο στόλο του Οδυσσέα
(μια από σειρά τοιχογραφιών με θέμα την Οδύσσεια, που διακοσμούσαν έπαυλη της Ρώμης και τώρα εκτίθονται στο Γρηγοριανό Μουσείο Κοσμικής Τέχνης τού Βατικανού | πηγή εικόνας)

Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.
Από το ποιήμα "Ιθάκη" του Κωνσταντίνου Καβάφη

   Οι Λαιστρυγόνες ζουν στα μυαλά των ανθρώπων και δεν μπορώ να σκεφτώ ανθρωποφάγο γίγαντα πιο θηριώδη από τον εμφύλιο σπαραγμό. Το πλήρωμα του Οδυσσέα που γλίτωσε (επικράτησε;) φτάνει στην Αία, τη χώρα τής μάγισσας Κίρκης, όπου και οι άντρες "αποκτηνώνονται" · εξέλιξη αναμενόμενη μετά από τόσα που είχαν δει και περάσει. Ο Όμηρος, σε μια εποχή που αλλάζουν πολλά, παρουσιάζει τον βασιλιά τους να στέκεται αντάξιος των περιστάσεων και εφοδιασμένος με το "αντίδοτο" να καταφέρνει να τους επαναφέρει, να τους ξανακάνει ανθρώπους. Έπονται όμως κι άλλες δοκιμασίες.

Απόσπασμα από το έργο τού Καραγάτση "Η Ιστορία των Ελλήνων – ο αρχαίος κόσμος", κεφ 4.
Μεταβατική περίοδος ανάμεσα σε δυο πολιτισμούς: έτσι μπορεί να χαρακτηρισθή ο κόσμος του Ομήρου, που έζησε από το 1200 ως το 700 π.Χ. περίπου. Πέντε αιώνες αρκετά σκοτεινοί μετά το φως της Κρήτης και της Αχαΐας. Αλλά που, περί το τέλος τους, αρχίζει ν' αχνόγράφεται η χαραυγή ενός νέου και πρωτόγονου ακόμα πολιτισμού: του ελληνικού.
   Ας συγκεφαλαιώσουμε: Σε ποιά κατάσταση βρίσκει αυτή η χαραυγή τον ελληνικό κόσμο; Και πρώτα οι μονάδες του οικογενειακού καθεστώτος (φυλές, φρατρίες, γένη) έχουν συγκεντρωθεί στις πόλεις που, η κάθε μια, αποτελεί κράτος ανεξάρτητο. Κοινωνικά όμως, η διάλυση του οικογενειακού καθεστώτος συνεχίζεται. Γεννιέται η έγγειος ατομική ιδιοκτησία – μεγάλη και μικρή – η επαγγελματική τάξη των δημιουργών, το άθλιο προλεταριάτο των θητών, ο θλιβερός κόσμος των δούλων. Από πολιτική πλευρά, η μάχη μεταξύ βασιλιά και αριστοκρατών τέλειωσε με νίκη ολοκληρωτική των τελευταίων. Ο θεσμός της βασιλείας είτε καταργήθηκε, είτε περιορίστηκε σ' ανώδυνα θρησκευτικά καθήκοντα. Ο βασιλιάς – που στεκόταν παραπάνω απ' τις κοινωνικές τάξεις – λογάριαζε και προστάτευε το δήμο. Οι άριστοι, σαν αντιπρόσωποι μιας τάξης, θα τον καταπιέσουν σκληρά.
   Στο διάστημα αυτό, το εμπόριο αναπτύσσεται και δημιουργεί νέο είδος πλούτου πλάι στον παλιό: τον έγγειο. Ο καθένας μπορεί τώρα να γίνη γαιοκτήμονας αγοράζοντας τη γη· και να προσχωρήση σε μια από τις πανίσχυρες αριστοκρατικές ομάδες, που εκμεταλλεύονται και χαίρονται τα πάντα. Ο άλλος όμως κόσμος, που βρίσκεται στο περιθώριο της ερμητικά κλειστής τάξης των κρατούντων αρίστων, υποφέρει μέσα στην ηθικήν αδιαφορία του καθεστώτος. Δεν υπάρχει αλληλεγγύη, δικαιοσύνη, ασφάλεια. Ο καθένας πρέπει να δουλέψη σκληρά για να μην πεινάση. Και μέσα στη σημερινή του δυστυχία, αναπολεί τους «παλιούς καλούς καιρούς» της παράδοσης, όταν οι αγαθοί βασιλιάδες φρόντιζαν για το φτωχό λαό... .