Το έμβλημα του Κ.Ε. ΥΓειονομικού (Σώματος του Στρατού Ξηράς) περιέχει ένα ρητό που συναντάμε στον Ιπποκράτη (Παραγγελίαι, VI) :
“ τῇ τοῦ
ἰητροῦ
ἐπιεικείῃ
ευδοκεύοντες ”
Έχοντας εμπιστοσύνη στην φροντίδα τού γιατρού.
Η ταχεία και
αποτελεσματική περίθαλψη των τραυματιών κατά τη διάρκεια ενός πολέμου έχει,
τόσο στα αρχαία χρόνια όσο και σήμερα, μεγάλη σημασία, καθώς το μέγεθος τού αξιόμαχου δυναμικού είναι συνήθως καθοριστικός παράγοντας για την έκβαση των
μαχών. Ένας τραυματισμένος στρατιώτης
δεν μπορεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του και δημιουργείται κενό. Όταν ο τραυματίας είναι αξιωματικός
το πλήγμα γίνεται μεγαλύτερο καθώς επεκτείνεται και στο επίπεδο των αποφάσεων.
![]() |
| Ο Μαχάον αφαιρεί το βέλος από την πληγή τού Μενέλαου (χαλκογραφία τού Francesco Nenci, 1837 | πηγή εικόνας) |
Όταν το βέλος τού Τρώα τοξότη, Πάνδαρου, τραυματίζει τον βασιλιά Μενέλαο, σπεύδουν να ζητήσουν τη βοήθεια του "Γενικού
Αρχίατρου" του στρατού των Ελλήνων, Μαχάονα.
[ Ιλιάδα, Δ188-222]
Κι ο πρωταφέντης Αγαμέμνονας απηλογιά του δίνει:
« Καλέ Μενέλαε, νά' ταν άμποτε σαν που το λες · ωστόσο
γιατρός θα σε κοιτάξει γρήγορα, κι απάνω στην πληγή σου
βοτάνια θ᾿ απιθώσει, οι μαύροι σου για να γλυκάνουν πόνοι. »
Είπε, και τον Ταλθύβιο πρόσταξε, το σεβαστό διαλάλη:
« Ταλθύβιε, το Μαχάονα φώναξε και μην αργείς καθόλου,
τον Ασκληπιό που έχει, τον άψεγο το γιατρευτή, πατέρα,
το γιο του Ατρέα, τον πολεμόχαρο Μενέλαο, να κοιτάξει.
Δοξαρευτής τρανός τον χτύπησεν απ᾿ τους Λυκιώτες κάποιος,
για κι απ᾿ τους Τρώες, για κείνον καύκημα, καημός για μας μεγάλος. »
Είπε, κι ο κράχτης δεν παράκουσε στα λόγια του, μον' πήρε
να τρέχει μες στων χαλκοθώρακων των Αχαιών τ᾿ ασκέρια,
τον ξακουστό Μαχάονα ψάχνοντας. Τον πέτυχε να στέκει,
κι οι βαριαρματωμένοι γύρα του, γερές ζυγιές, καθόνταν,
που από την Τρίκη τον ακλούθηξαν την αλογοθροφούσα.
Κι ως στάθη πλάι του, με ανεμάρπαστα του συντυχαίνει λόγια:
« Σήκω, κι ο μέγας Αγαμέμνονας, γιε του Ασκληπιού, σε κράζει,
το γιο του Ατρέα, τον πολεμόχαρο Μενέλαο, να κοιτάξεις.
Δοξαρευτής τρανός τον χτύπησεν απ᾿ τους Λυκιώτες κάποιος,
για κι απ᾿ τους Τρώες, για κείνον καύκημα, καημός για μας μεγάλος. »
Έτσι είπε, κι εκείνου αναδεύτηκε βαθιά η καρδιά στα στήθη,
και τράβηξαν μπροστά, τ᾿ αργίτικα φουσάτα διαπερνώντας.
Κι ως έφτασαν εκεί που εστέκουνταν στη μέση ο λαβωμένος
ξανθός Μενέλαος και τον έζωναν οι πιο τρανοί ρηγάδες,
ευτύς ο ισόθεος ήρωας έτρεξε και στάθη αναμεσό τους,
κι απ᾿ το σφιχτό ζωνάρι ετράβηξε με βιάση τη σαγίτα ·
και με το τράβηγμα τής έσπασαν τα νύχια ομπρός · κι εκείνος
τού' λυσε πρώτα τ᾿ ολοπλούμιστο ζωνάρι, κι από κάτω
το δέμα και το ζώμα, πού' φτιασαν χαλκιάδες ξακουσμένοι.
Και την πληγή, η πικρή που του άνοιξε σαγίτα, ως είδε, το αίμα
βύζαξε πρώτα, κι όπως κάτεχε, πραγά μετά βοτάνια
πιθώνει, που 'χε δώσει ο Χείρωνας στον κύρη του απ' αγάπη.
Έτσι γνοιαζόνταν το βροντόφωνο Μενέλαο τούτοι · ωστόσο
ήρθαν των Τρώων τ᾿ ασκέρια πάνω τους των βαριοσκουταράτων,
κι αυτοί μεμιάς ξαναρματώνουνται και της σφαγής θυμούνται.
κι αυτοί μεμιάς ξαναρματώνουνται και της σφαγής θυμούνται.

