Στη συνέλευση των Αχαιών για το λοιμό που ξεκληρίζει το
στράτευμα, ο ιερέας τού Απόλλωνα, Χρύσης, ζητά από τον Αγαμέμνονα την
απελευθέρωση της αιχμάλωτης κόρης του, Χρυσηίδας. Το αίτημά του είναι σοβαρό,
καθώς μπορεί να μεσολαβήσει στο θεό για να σταματήσει το κακό που απειλεί την άμεση ματαίωση της εκστρατείας. Ο Αγαμέμνονας θυμώνει, φέρεται άσχημα στον
ιερέα, αλλά τελικά
υποχωρεί, απαιτώντας όμως την άμεση αντικατάσταση της κοπέλας από τη Βρισηίδα, την αιχμάλωτη του Αχιλλέα. Τα πνεύματα έχουν οξυνθεί όσο πάει και τέτοιες στιγμές καλούν την παρέμβαση... «υψηλότερων κέντρων».
υποχωρεί, απαιτώντας όμως την άμεση αντικατάσταση της κοπέλας από τη Βρισηίδα, την αιχμάλωτη του Αχιλλέα. Τα πνεύματα έχουν οξυνθεί όσο πάει και τέτοιες στιγμές καλούν την παρέμβαση... «υψηλότερων κέντρων».
![]() |
| Η οργή τού Αχιλλέα (νωπογραφία τού Τιέπολο, 1757, Villa Valmarana "Ai Nani", Βιτσέντσα | πηγή εικόνας) |
[ Ιλιάδα, Α188-214 ]
Έτσι είπε, κι ο Αχιλλέας συχύστηκε · στα δασωμένα στήθια
διχόγνωμη η καρδιά του εδούλευε, κι αναρωτιόταν, τάχα
το κοφτερό σπαθί που εκρέμουνταν πλάι στο μερί να σύρει,
κι ως διασκορπίσει όλη τη σύναξη, το γιο του Ατρέα να
σφάξει,
για να μερώσει το άγριο πάθος του και το θυμό να πνίξει ;
Κι ως τούτα ανάδευε στα φρένα του βαθιά και στην καρδιά του
και το τρανό σπαθί του ανάσερνε, να τη η Αθηνά απ᾿ τα ουράνια ·
η Ήρα μαθές η κρουσταλλόχερη την είχε ξαποστείλει,
που και τους δυο παρόμοια νοιάζουνταν κι ίδια τους είχε
αγάπη.
Πίσω του εστάθη και τον άρπαξεν απ᾿ τα ξανθά μαλλιά του ·
άλλος κανείς δεν την ξεχώριζε, μόνο ο Αχιλλέας μπορούσε.
Σάστισε αυτός, τα πίσω στράφηκε, κι ευτύς αναγνωρίζει
την Αθηνά Παλλάδα — κι άστραφταν φριχτά τα δυο της μάτια —
και κράζοντάς τη με ανεμάρπαστα της συντυχαίνει λόγια :
« Τέκνο του Δία του βροντοσκούταρου, γιατί ήρθες τώρα πάλε ;
Για τον υγιό του Ατρέα μην έτρεξες, να δεις την ξιπασιά του ;
Εγώ ένα λόγο ωστόσο θά' λεγα, που θα γενεί, λογιάζω :
με τ᾿ άπρεπά του
αυτά καμώματα θα γοργοθανατίσει. »
Τότε η Αθηνά, η θεά η γλαυκόματη, του
απηλογήθη κι είπε :
« Ήρθα να πάψω εγώ την όργητα που σε κρατεί, αν μ᾿ ακούσεις,
σταλμένη απ᾿ την
κρουσταλλοβράχιονη την Ήρα από τα ουράνια,
που και τους δυο σας ίδια νοιάζεται κι ίδια σας έχει αγάπη.
Μον᾿ έλα, σκόλνα τα
μαλώματα και το σπαθί μη σέρνεις ·
με λόγια ωστόσο, αν θέλεις, βρίσε τον, κι όπου σε βγάλει η
γλώσσα !
Κι εγώ ένα λόγο τώρα θά' λεγα, που σίγουρα θα γένει:
τρίδιπλα τόσα δώρα ατίμητα μια μέρα θα σου δώσουν
γι᾿ αυτό το
ντρόπιασμα, μόν᾿ άκου μας και το θυμό
σου κράτα. »
