Το Όνειρο του Σωκράτη

Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2013

Όταν ο Κρίτων, στον ομώνυμο διάλογο του Πλάτωνα, επισκέπτεται τον Σωκράτη στη φυλακή και προσπαθεί να τον πείσει να δραπετεύσει, ο Σωκράτης, εμμένοντας στις αρχές και αξίες που δίδαξε, αρνείται την πρόταση. Βασισμένος σε ένα όνειρο που είδε την προηγούμενη νύχτα, προφητεύει μάλιστα πως θα πιεί τελικά το κώνειο : μια όμορφη γυναίκα τον καλεί και του λέει:
ἤματί κεν τριτάτῳ Φθίην ἐρίβωλον ἵκοιο
στη Φθία την πλούσια σε τρεις μονάχα μέρες θα φτάσεις

   Η Φθία, εκτός από «ερίβωλος», αναφέρεται στον Όμηρο και ως «καλλιγύναικος» (Β684), που έχει όμορφες γυναίκες, δηλαδή. Ο Σωκράτης μπορεί να ερμηνεύσει το όνειρό του, καθώς τα λόγια τής όμορφης γυναίκας είναι ίδια με αυτά που χρησιμοποιεί ο Αχιλλέας στην Ιλιάδα· και ο Αχιλλέας δε γυρνά ποτέ στην πατρίδα του.

Η αντιπροσωπία τού Αγαμέμνονα προσπαθεί να μεταπείσει τον Αχιλλέα
(ελαιογραφία τού J.A.D. Ingres, 1801 | πηγή εικόνας

   Όταν ο Έκτορας ξεκληρίζει τους Έλληνες και απειλεί να φτάσει και να κάψει μέχρι και τα πλοία τους, ο Αγαμέμνονας δείχνει μεταμέλεια, που έγινε αιτία να θυμώσει ο Αχιλλέας και να κρατηθεί μακριά από τις μάχες. Αποφασίζει να επανορθώσει και στέλνει μια επιτροπή στη σκηνή τού Αχιλλέα. Αυτός όμως απορρίπτει τη χειρονομία με σφοδρότητα. 

[ Ιλιάδα, Ι344-364 ]

Μ᾿ αφού μου πήρε ξεγελώντας με το αρχοντομοίρι, τώρα
πια ας μη ζητά από μένα τίποτα · δε με γελάει, τον ξέρω.
Με σε, Οδυσσέα, και τους επίλοιπους ρηγάδες ας φροντίσει
πώς θα γλιτώσει τα καράβια σας απ᾿ τη φωτιά την άγρια.
Δίχως εμένα πλήθος έφτιασε δουλειές αλήθεια κιόλα
με το καστρότειχο που σήκωσε και το φαρδύ, το μέγα
χαντάκι που άνοιξε και φύτεψε παλούκια στις πλαγιές του.
Μα κι έτσι την ορμή δε δύνεται του αντροφονιά του Εχτόρου
να κόψει · ωστόσο εγώ σα μάχουμουν μαζί με τους Αργίτες,
μακριά από τα τειχιά τους δείλιαζε να πολεμήσει εκείνος ·
μόνο ως το δρυ κι ως τη Ζερβόπορτα να φτάσει αποκοτούσε,
και μια φορά που ομπρός μου στάθηκε, τη γλίτωσε από τρίχα.
Μα τώρα με το θείο τον Έχτορα να πολεμώ δε θέλω ·
στο Δία και σε όλους τους αθάνατους ταχιά θυσία θα κάνω
και στο γιαλό θα ρίξω τ᾿ άρμενα, θα τα καλοφορτώσω,
και τότε πια θα ιδείς, αv γνοιάζεσαι και θες, σα φέξει η μέρα,
στον ψαροθρόφο απάνω Ελλήσποντο να φεύγουν τ᾿ άρμενά μου,
κι οι ναύτες στα κουπιά να κάθουνται με προθυμιά μεγάλη.
Κι αν πρίμο ο Κοσμοσείστης δώσει μας καιρό, στη Φθία την πλούσια
σε τρεις μονάχα μέρες φτάνουμε
· κι έχω αγαθά εκεί πέρα
πολλά, που αφήκα εδώ σαν έφτανα—που να μην είχα σώσει !



   Το όνειρο του Σωκράτη, ιδωμένο μέσα από το πρίσμα τής Ιλιάδας, μάς βάζει σε σκέψεις. Άραγε, πόσο επηρέασε την απόφασή του να πεθάνει ένα "αχίλλειο πείσμα" για αυτούς που τον κατηγόρησαν τόσο άδικα ;